Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

V 252. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ



Ῥίψωμεν, χαρίεσσα,τὰ φάρεα, γυμνὰ δὲ γυμνοῖς
ἀμπελάσῃ γυίοις γυῖα περιπλοκάδην·
μηδὲν ἔοι τὸ μεταξύ· Σεμιράμιδος γὰρ ἐκεῖνο
τεῖχος ἐμοὶ δοκέει λεπτὸν ὕφασμα σέθεν·
στήθεα δ’ ἐζεύχθω,τά τε χείλεα· τἄλλα δὲ σιγῇ
κρυπτέον· ἐχθαίρω τὴν ἀθυροστομίην.

Γδύσου κι άσε τα μέλη μου τα μέλη σου να βρούνε
κι ανάμεσά μας, τίποτε - τα πάντα ας ενωθούνε.
Ακόμη και το αραχνωτό υφαντό που σ’ αγκαλιάζει
με τείχος αδιαπέραστο της Βαβυλώνας μοιάζει.
Τα στήθη μου στα στήθη σου, τα χείλη μου στα χείλη,
μα τ’ άλλα ας κρύψει η σιωπή - μ’ αυτήν είμαστε φίλοι.

V 258. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ



Πρόκριτός ἐστι,Φίλιννα, τεὴ ῥυτὶς ἤ ὀπὸς ἥβης
πάσης· ἱμείρω δ’ ἀμφὶς ἔχειν παλάμαις
μᾶλλον ἐγὼ σέο μῆλα καρηβαρέοντα κορύμβοις
ἢ μαζὸν νεαρὴς ὄρθιον ἡλικίης.
Σὸν γὰρ ἔτι φθινόπωρον ὑπέρτερον εἴαρος ἄλλης,
χεῖμα σὸν ἀλλοτρίου θερμότερον θέρεος.

Πιότερο τις ρυτίδες σου,Φίλιννα, προτιμάω
απ’ τους χυμούς των κοριτσιών που θέλω να ρουφάω.
Τα μήλα σου που γέρνουνε, να ξέρεις, δεν τ’ αλλάζω
ούτε με τ’ όρθιο βυζί παρθένας να μαλάζω.
Του φθινοπώρου σου η εποχή, έαρος υπερτέρα
κι η χειμωνιά σου απ’ αλληνής το θέρος θερμοτέρα.

V 268. ΠΑΥΛΟΥ ΣΙΛΕΝΤΙΑΡΙΟΥ



Μηκέτι τις πτήξειε πόθου βέλος· ἰοδόκην γὰρ
εἰς ἐμὲ λάβρος Ἔρως ἐξεκένωσεν ὅλην.
Μὴ πτερύγων τρομέοι τις ἐπήλυσιν· ἐξότε γάρ μοι
λὰξ ἐπιβὰς στέρνοις πικρὸν ἔπηξε πόδα,
ἀστεμφής, ἀδόνητος ἐνέζεται, οὐδὲ μετέστη,
εἰς ἐμὲ συζυγίην κειράμενος πτερύγων.

Δε θα τρομάξει άλλον πια του Έρωτα το βόλι,
σε μένα τη φαρέτρα του αφού την άδειασε όλη.
Κι ούτε με φτεροκόπημα άλλον δε θα φοβίσει -
στο στέρνο μου αποφάσισε να στρογγυλοκαθίσει.
Στέκει ακίνητος, βαρύς, δεν παίρνει πια τις ρούγες
αφού απ’ τη ρίζα έκοψε τις δυο του τις φτερούγες.