Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

1. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 22



ἐγὼ δ’ ἔσοπτρον εἴην,
ὅπως ἀεὶ βλέπῃς με.
ἐγὼ χιτὼν γενοίμην,
ὅπως ἀεὶ φορῇς με.
ὕδωρ θέλω γενέσθαι,
ὅπως σὲ χρῶτα λούσω·
μύρον, γύναι, γενοίμην,
ὅπως ἐγὼ σ’ ἀλείψω.
καὶ ταινίη δὲ μασθῷ
καὶ μάργαρον τραχήλῳ
καὶ σάνδαλον γενοίμην·
μόνον ποσίν πάτει με.

Καθρέφτης σου να ήμουνα, εμένα να κοιτούσες
χιτώνας να γινόμουνα, πάντα να με φορούσες.

Νεράκι για να έτρεχα, το δέρμα σου να πλύνω

και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω.

Στηθόδεσμος στο στήθος σου, στολίδι στο κεφάλι,

τα πόδια σου να με πατούν, ας ήμουν και σανδάλι.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

2. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 35


Jean-Léon Gérôme, Anacreon

Ἔρως ποτ’ ἐν ῥόδοισι
κοιμωμένην μέλιτταν
οὐκ εἶδεν, ἀλλ’ ἐτρώθη.
τὸν δάκτυλον παταχθεὶς
τᾶς χειρὸς ὠλόλυξε,
δραμὼν δὲ καὶ πετασθεὶς
πρὸς τὴν καλὴν Κυθήρην
«ὄλωλα, μῆτερ», εἶπεν,
«ὄλωλα κἀποθνῄσκω·
ὄφις μ’ ἔτυψε μικρὸς
πτερωτός, ὅν καλοῦσιν
μέλιτταν οἱ γεωργοί.»
ἃ δ’ εἶπεν· « εἰ τὸ κέντρον
πονεῖς τὸ τᾶς μελίττας,
πόσον δοκεῖς πονοῦσιν,
Ἔρως, ὅσους σύ βάλλεις;»


Ο έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει
μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει.

Το δάχτυλό του πόνεσε, οδύρεται και κλαίει

στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει:

«Μάνα μου, πάει…, χάνομαι, με τσίμπησε, μανούλα

φίδι μικρό και φτερωτό - το λένε μελισσούλα.»

Κι εκείνη του ’πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει,

το βέλος σου πόσο πονεί, αυτόν που αγαπάει;…»

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

3. ΑΝΑΚΡΕΩΝ (Στοβ. 4,51,12)



πολιοὶ μὲν ἡμῖν ἤδη
κρόταφοι κάρη τε λευκόν,
χαρίεσσα δ’ οὐκὲτ’ ἥβη
πάρα, γηραλέοι δ’ ὀδόντες,
γλυκεροῦ δ’ οὐκέτι πολλὸς
βιότου χρόνος λέλειπται·

διὰ ταῦτ’ ἀνασταλύζω
θαμὰ Τάρταρον δεδοικώς·
Ἀίδεω γάρ ἐστι δεινὸς
μυχός, ἀργαλῆ δ’ ἐς αὐτὸν
κάτοδος· καὶ γὰρ ἑτοῖμον
καταβάντι μὴ ἀναβῆναι.


Η κόμη μου ασπρίζει
οι κρόταφοί μου, γκρίζοι.

Τα νιάτα μαραμένα,

τα δόντια σαπισμένα.

Λίγος καιρός μου μένει

ζωή γλυκιά, χαμένη.


Γι’ αυτό συχνά στενάζω

με τους νεκρούς τρομάζω.

Φρικτό το βάθος του Άδη,

απύθμενο πηγάδι.

Εκεί όποιος εχάθη

εδώ δε θα ξανάρθει.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

4. ΣΑΠΦΩ



Δέδυκε μὲν ἁ Σελάνα καὶ Πληιάδες,
μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχεται ὥρα,
ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω.

Η σελήνη έχει δύσει και η Πούλια έχει λειώσει -
τα μεσάνυχτα με βρίσκουν μόνη εγώ να ’χω ξαπλώσει.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

5. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 5W



ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἥν παρὰ θάμνῳ,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα· τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.


Ο Σάιος θ’ αγάλλεται που ’βρε κοντά σε θάμνο
την όμορφη ασπίδα μου, που κι αν δε θέλω χάνω.

Μα αν τη ζωή μου έσωσα, η ασπίδα τι με νοιάζει;…

Μιαν άλλη, όχι κατώτερη, θα βρω - δε με πειράζει.

Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

6. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 31W. ΣΥΝΕΣ. 11. 75b



ἡ δὲ οἱ κόμη
ὤμους κατεσκίαζε καὶ μετάφρενα.

Και στη σκιά που έριχνε η κόμη
ήτανε και η πλάτη της κι οι ώμοι.

7. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 42 W. ΑΘΗΝ. Ι΄ 447 b



ὥσπερ αὐλῶι βρῦτον ἢ Θρέιξ ἀνὴρ
ἢ Φρὺξ ἔμυζε · κύβδα ἦν πονεομένη.


Κι όπως με το καλάμι του ρουφά ο άντρας μπίρα
με το κεφάλι της σκυφτό, ρούφαγε η κακομοίρα.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

8. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 48W.



Ἐσμυριχμένας κόμην
καὶ στῆθος, ὡς ἄν καὶ γέρων ἠράσσατο.

Τα μυρωμένα της μαλλιά, τα ευωδιαστά της στήθη,
ως κι ένα γέρο πλάνταξαν κι ο πόθος του ανεστήθη.

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

9. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ 196 a W. (42-53)



παρθένον δ’ ἐν ἄνθεσιν
τηλεθάεσσι λαβὼν
ἔκλινα, μαλθακῆι δὲ μιν
χλαίνηι καλύψας, αὐχὲν’ ἀγκάληις ἔχων,
δείματι παλλομένην
τὼς ὥστε νεβρὸν ἐκ φυγῆς
μαζῶν τε χερσὶν ἠπίως ἐφηψάμην,
ἧιπερ ἔφηνε νέον
ἥβης ἐπήλυσις χρόα ·
ἅπαν τε σῶμα καλὸν ἀμφαφώμενος
λευκὸν ἀφῆκα μένος
ξανθῆς ἐπιψαύων τριχός.


Μες στων ανθών τον οργασμό ξάπλωσα την παρθένα
στη χλαίνη μου τη μαλακή με μέλη βυθισμένα..
Με φόβο στην αγκάλη μου σύγκορμη σπαρταρούσε
σαν ελαφάκι σε φυγή που κάποιος κυνηγούσε.
Τα χέρια μου που αγγίξανε το στήθος το απαλό της
νιώσαν στο άγουρο κορμί την έφοδο της νιότης.
Κι αφού το σώμα γεύτηκα απ’ την αρχή ως το τέρμα
πάνω στις τρίχες τις ξανθές ξεθύμανε άσπρο σπέρμα.

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

10. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122W.



Χρημάτων ἄελπτον οὐδὲν ἐστιν οὐδ' ἀπώμοτον
οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων
ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ’ ἀποκρύψας φάος
ἡλίου λάμποντος· λυγρὸν δ' ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος.
Ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίγνεται
ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ' ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω,
μηδ’ ἐάν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν
ἐνάλιον καὶ σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα
φίλτερ' ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ’ ὑλέειν ὄρος.

Ανέλπιστο και θαυμαστό τίποτε δεν υπάρχει
αφού ο Δίας ο θεός που τους Ολύμπιους άρχει
μεσημεριάτικα έφερε νύχτα σ’ όλους τους τόπους -
το φως του ήλιου κρύβοντας, τρόμαξε τους ανθρώπους.
Και από τότε τίποτε απίστευτο δε μοιάζει
ούτ’ αν το αγρίμι την τροφή με το δελφίνι αλλάζει
κι αγαπητό της θάλασσας, σ’ αυτό, το κύμα αν γίνει
κι αν αγαπήσει του βουνού τα δέντρα το δελφίνι.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

11. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 188W



οὐκὲθ’ ὁμῶς θάλλεις ἁπαλὸν χρόα, κάρφεται γὰρ ἤδη
ὄγμοις, κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ
πήματα, ἀφ’ ἱμερτοῦ δὲ θορών γλυκὺς ἵμερος προσώπου
βέβηκεν · ἦ γὰρ πολλὰ δὴ σ’ ἐπῆιξεν
πνεύματα χειμερίων ἀνέμων μάλα πολλάκις δέ...[


Το δέρμα σου το απαλό πώς ζάρωσε , εμαράθη,
κι η γλύκα του προσώπου σου πού πήγε κι επικράνθη...
Στ’ αλήθεια χειμωνιάτικοι άνεμοι σε χτυπήσαν.
Πολλές φορές...[το ποίημα εδώ οι αιώνες σταματήσαν.]

12. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (ΝΟΘΟ) , 328 W



Ἴσος κιναίδου καὶ κακῆς πόρνης ὁ νοῦς
χαίρουσιν ἄμφω λαμβάνοντες κέρματα
κινούμενοί τε καὶ διατρυπώμενοι
βινούμενοί τε καὶ διεσπεκλωμένοι
γομφούμενοί τε καὶ διασφηνώμενοι
χορδούμενοί τε καί κατασποδούμενοι.
Ἀμφοῖν δ’ ὀχευτὴς οὐκ ἀπέχρησέν ποθ’ εἷς,
ἀλλ’ αἰὲν ἄλλο κἂλλο λασταύρων ὅλον
εἰδῆνον ἐκροφοῦντες ἥδονται πέος,
πειρώμενοί τε μειζόνων καὶ πασσόνων
νεύρων, κυβιστώντων τε διφώντων θ’ ὁμοῦ
ἅπαντα τἄνδον σύν τε δηιούντων βαθὺ
δεινοῦ βερέθρου χάσμα, καὶ διαμπερὲς
μέσου προκοπτόντων παράχρις ὀμφαλοῦ.
τοιγὰρ καπρῶσα μαχλὰς ἄρδην ἐρρέτω
πασχητιώντων εὐρυπρώκτων σὺν γένει·
ἡμῖν δὲ Μουσῶν καὶ βίου σαόφρονος
μέλοι φρέαρ τε, τοῦτο γιγνώσκουσ’ , ὅτι
ἥδ’ ἐστὶ τέρψις, ἥδ’ ἀκίβδηλος χαρά,
ἥδ’ ἡδονὴ πέφυκε, μὴ συνειδέναι
αἰσχρᾶι ποθ’ ἡδυνθεῖσιν αὑτοῖς ἡδονῆι.


Το ίδιο έχουνε μυαλό ο πούστης και η πόρνη:
κι οι δύο χαίρονται σαφώς αν κάποιος τους πληρώνει...
κουνιούνται για να πηδηχτούν,τρυπιούνται, καβαλιούνται,
καρφώνονται, ξεσκίζονται και διαρκώς γαμιούνται.
Τον ίδιο να ’χουνε γαμιά, το φέρουνε βαρέως
κάθε φορά επιθυμούν νά ’βρουν κι έν’ άλλο πέος.
Να δοκιμάζουνε καυλιά παχιά και πιο μεγάλα
που μέσα τους να χώνονται, στη φοβερή κουφάλα...
αλύπητα να τους τρυπούν, αυτό πώς τους αρέσει
και από μέσα ως του αφαλού να φτάνουνε τη μέση.
Να πάνε οι ξεκωλιάρηδες κι οι πόρνες στα κομμάτια!
Στις Μούσες μόνο να ’χουμε εμείς στραμμένα μάτια ·
εκεί είναι η γνήσια χαρά, η απόλαυση κι η τέρψη
σε ηδονές αισχρές κανείς την προσοχή μη στρέψει.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

13. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 380 PFEIFFER



για τον Αρχίλοχο

εἵλκυσε δὲ δριμύν τε χόλον κυνὸς ὀξύ τε κέντρον
σφηκός, ἀπ’ ἀμφοτέρων δ’ ἰὸν ἔχει στόματος.

Πήρε απ’ το σκύλο τη χολή και το κεντρί απ’ τη σφήκα-
τα δυο τους δηλητήριο στο στόμα του τα βρήκα.

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2010

14. ΑΛΚΜΑΝ, 89



εὕδουσι δ’ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες
πρώονές τε καὶ χαράδραι
φῦλα τ’ ἑρπὲτ’ ὅσα τρέφει μέλαινα γαῖα
θῆρες τ’ ὀρεσκῷοι καὶ γένος μελισσᾶν
καὶ κνώδαλ’ ἐν βένθεσσι πορφυρέας ἁλός·
εὕδουσι δ’ οἰωνῶν φῦλα τανυπτερύγων.

Φαράγγια, λόφοι και βουνά, χαράδρες, δες, κοιμούνται
και τα ερπετά της μαύρης γης καθόλου δεν κουνιούνται.
Των μελισσών το γένος δες, στον ύπνο που εγλυκάθη,
τα κήτη μες στης θάλασσας της σκοτεινής τα βάθη,
των μακροφτέρουγων πουλιών το σμήνος που εβουβάθη.