Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

V 78. ΠΛΑΤΩΝΟΣ



Τήν ψυχήν, Ἀγάθωνα φιλῶν, ἐπί χείλεσιν ἔσχον·
ἦλθε γάρ ἡ τλήμων ὡς διαβησομένη.

Φιλώντας τον Αγάθωνα, στα χείλη ήρθες, ψυχή μου,
για να περάσεις από εκεί σ’ εκείνον, δύστυχή μου…

V 81. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΟΦΙΣΤΟΥ



Ἡ τὰ ῥόδα, ῥοδόεσσαν ἔχεις χάριν. Ἀλλὰ τὶ πωλεῖς;
Σαυτὴν ἢ τὰ ῥόδα ἠὲ συναμφότερα;

Ρόδα κρατάς αλλά κι εσύ του ρόδου έχεις τη χάρη.
Τα ρόδα, εσένα ή και τα δυο ο αγοραστής θα πάρει;...

V 83. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Εἲθ’ ἄνεμος γενόμην, σύ δ’ ἐπιστείχουσα παρ’ αὐγάς
στήθεα γυμνώσαις, καὶ με πνέοντα λάβοις.

Αέρας στην ακρογιαλιά που περπατάς αν γίνω,
πνοή στα στήθη τα γυμνά εμένα θα σου δίνω.

V 84. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Εἴθε ῥόδον γενόμην ὑποπόρφυρον, ὄφρα μὲ χερσὶν
ἀρσαμένη χαρίσῃ στήθεσι χιονέοις.


Σαν ρόδο υποπόρφυρο στα χέρια να με πιάνεις
και στα χιονάτα στήθια σου χάρισμα να με κάνεις.

V 85. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ



Φείδῃ παρθενίης. Καὶ τὶ πλέον; οὐ γὰρ ἐς Ἅιδην
ἐλθοῦσ’ εὑρήσεις τὸν φιλέοντα, κόρη·
ἐν ζωοῖσι τὰ τερπνὰ τὰ Κύπριδος· ἐν δ’ Ἀχέροντι
ὀστέα καὶ σποδιή,παρθένε, κεισόμεθα.

Την παρθενιά σου τι κρατείς;... Θα φύγεις μ’ ένα άχτι.
Έρωτα κάτω δεν θα βρεις - μόνον οστά και στάχτη.

V 91. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Πέμπω σοι μύρον ἡδύ, μύρῳ παρέχων χάριν, οὐ σοί.
Αὐτή γάρ μυρίσαι καί τό μύρον δύνασαι.


Σου στέλνω μύρο δυνατό - στο μύρο κάνω χάρη,
τη μυρωδιά από σένανε το άρωμα να πάρει.

V 98. ΑΡΧΙΟΥ



Ὅπλιζευ, Κύπρι, τόξα, καὶ εἰς σκοπὸν ἥσυχος ἐλθὲ
ἄλλον· ἐγὼ γὰρ ἔχω τραύματος οὐδὲ τόπον.

Τα τόξα, Κύπρι, όπλιζε και βρες έν’ άλλο στόχο.
Ούτε για ένα τραύμα εγώ δεν έχω άλλο τόπο.

V 102. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ



-Τὴν ἰσχνὴν Διόκλειαν, ἀσαρκοτέρην Ἀφροδίτην,
ὄψεαι, ἀλλὰ καλοῖς ἤθεσι τερπομένην.
-Οὐ πολύ μοι τὸ μεταξὺ γενήσεται, ἀλλ’ ἐπὶ λεπτὰ
στέρνα πεσὼν ψυχῆς κείσομαι ἐγγυτάτω.


- Είναι η Διόκλεια της Αφροδίτης
μια κοκκαλιάρα, ισχνή εκδοχή της,

μα είναι οι τρόποι της εκλεπτυσμένοι

και οπωσδήποτε χαριτωμένοι.

- Δίχως εμπόδιο έτσι θα σπεύσω
στ’ άσαρκα στήθη της πάνω θα πέσω

ως την ψυχούλα της να τη θωπεύσω.

V 128. ΜΑΡΚΟΥ ΑΡΓΕΝΤΑΡΙΟΥ



Στέρνα περὶ στέρνοις, μαστῷ δ’ ἔπι μαστὸν ἐρείσας
χείλεά τε γλυκεροῖς χείλεσι συμπιέσας
Ἀντιγόνης καὶ χρῶτα λαβὼν πρὸς χρῶτα, τὰ λοιπὰ
σιγῶ, μάρτυς ἐφ’ οἷς λύχνος ἐπεγράφετο.


Το στήθος της στο στήθος μου, το στέρνο της στο στέρνο.
Της Αντιγόνης τα γλυκά χείλη στα χείλη φέρνω.

Του δέρματός της άφησε στο δέρμα μου το ίχνος.

Σιωπώ - για τ’ άλλα μάρτυρας, ο αναμμένος λύχνος.

V 156. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Ἁ φίλερως χαροποῖς Ἀσκληπιὰς οἷα γαλήνης
ὄμμασι συμπείθει πάντας ἐρωτοπλοεῖν.

Με γαλανά, γαλήνια μάτια, σαν μια θαλάσσης ηρεμία,
μας προσκαλείς, Ασκληπιάδα, μαζί σου σ’ ερωτοπλοΐα.

V 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Ἓν τόδε, παμμήτειρα θεῶν, λίτομαί σε, φίλη Νύξ,
ναὶ λίτομαι, κώμων σύμπλανε, πότνια Νύξ·
εἴ τις ὑπὸ χλαίνῃ βεβλημένος Ἡλιοδώρας
θάλπεται, ὑπναπάτῃ χρωτὶ χλιαινόμενος,
κοιμάσθω μὲν λύχνος, ὁ δ’ ἐν κόλποισιν ἐκείνης
ῥιπτασθεὶς κείσθω δεύτερος Ἐνδυμίων.


Μητέρα όλων των θεών, Νύχτα αγαπημένη,
σ’ εκλιπαρώ, σεβάσμια και κωμογυρισμένη,

όποιον κάτω απ’ τη χλαίνη της, στην Ηλιοδώρα πλάι

η θαλπωρή της σάρκας της τον κάνει ν’ αγρυπνάει,

Νύχτα, σβήσε το λύχνο τους, κι αυτός στην αγκαλιά της

ως άλλος Ενδυμίωνας ας κοιμηθεί κοντά της.

V 168. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Καὶ πυρὶ καὶ νιφετῷ με καί, εἰ βούλοιο, κεραυνῷ
βάλλε, καὶ εἰς κρημνοὺς ἕλκε καὶ εἰς πελάγη.
Τὸν γὰρ ἀπαυδήσαντα πόθοις καὶ Ἔρωτι δαμέντα
οὐδὲ Διὸς τρύχει πῦρ ἐπιβαλλόμενον.


Ρίξε φωτιά και κάψε με, χιόνι και πάγωσέ με
και αν μου θέλεις το κακό, κεραυνοβόλησέ με.

Πέτα με αν θες απ’ τους γκρεμούς στης θάλασσας τα βάθη -

τι άλλο ο ερωτόπληκτος χειρότερο να πάθει;...

V 171. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Τὸ σκύφος ἁδὺ γέγηθε, λέγει δ' ὅτι τάς φιλέρωτος
Ζηνοφίλας ψαύει τοῦ λαλίου στόματος.
Ὂλβιον· εἲθ' ὑπ' ἐμοῖς νῦν χείλεσι χείλεα θεῖσα
ἀπνευστὶ ψυχὰν τάν ἐν ἐμοὶ προπίοι.

Τι τυχερό το κύπελλο που της φιλά τα χείλη
όπως το στόμα με κρασί βρέχει η Ζηνοφίλη...

Ας ήτανε τα χείλη της ν’ αγγίξουν τα δικά μου

και μονορούφι ας έπινε όλα τα σωθικά μου!

V 174. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Εὕδεις, Ζηνοφίλα, τρυφερὸν θάλος· εἲθ’ ἐπὶ σοί νῦν
ἄπτερος εἰσῄειν Ὕπνος ἐπί βλεφάροις,
ὡς ἐπὶ σοὶ μήδ’ οὗτος, ὁ καὶ Διὸς ὄμματα θέλγων,
φοιτήσαι, κάτεχον δ’ αὐτὸς ἐγὼ σε μόνος.


Κοιμάσαι, τρυφερέ βλαστέ, μα μέσα σου, μακάρι,
άπτερος Ύπνος στα κλειστά μάτια σου να τρυπώνω -

να μη σ’ αγγίζει ούτε κι αυτός που ’χε τον Δία πάρει

και, Ζηνοφίλη, άλλος κανείς - παρά εγώ και μόνο.

V 176. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Δεινὸς Ἔρως, δεινός. Τὶ δὲ τὸ πλέον,ἢν πάλιν εἴπω
καὶ πάλιν οἰμώζων πολλάκι· «δεινὸς Ἔρως» ;
ἦ γὰρ ὁ παῖς τούτοισι γελᾷ καὶ πυκνὰ κακισθεὶς
ἥδεται· ἢν δ’ εἴπω λοίδορα, καὶ τρέφεται.
Θαῦμα δέ μοι,πῶς ἄρα διὰ γλαυκοῖο φανεῖσα
κύματος, ἐξ ὑγροῦ, Κύπρι,σύ πῦρ τέτοκας.


«Δεινός ο Έρως, φοβερός» : τι κι αν το πω με κλάμα;...
Γελά και χαίρεται μ’ αυτά - για μένα είναι θάμα
που βγήκες από το γλαυκό της θάλασσας το ντύμα

για να γεννήσεις, Κύπρι εσύ, φωτιά μεσ’ απ’ το κύμα.

V 210. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ



Τῷ θαλλῷ Διδύμη μὲ συνήρπασεν· ὤμοι, ἐγὼ δὲ
τήκομαι, ὡς κηρὸς πὰρ πυρί, κάλλος ὁρῶν.
Εἰ δὲ μέλαινα, τὶ τοῦτο; καὶ ἄνθρακες· ἀλλ’ ὅτε
κείνους θάλψωμεν,λάμπουσ’ ὡς ῥόδεαι κάλυκες.

Αλίμονο, μου έγνεψε η Διδύμη μ’ έναν κλώνο -
την ομορφιά της βλέποντας σαν το κεράκι λειώνω.
Κι αν είναι μαύρη, τι μ’ αυτό;...Το κάρβουνο θυμίζει

που, όταν τ’ ανάβεις, λαμπερό σαν ρόδο κοκκινίζει.

V 224. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ



Λῆξον, Ἔρως, κραδίης τε καὶ ἥπατος· εἰ δ’ ἐπιθυμεῖς
βάλλειν, ἄλλο τί μου τῶν μελέων μετάβα.


Έρωτα, σε ήπαρ και καρδιά πάψε να ρίχνεις βέλη.
Αλλ’ άμα θέλεις να χτυπάς, υπάρχουν κι άλλα μέλη.