Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011



ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στον ανήφορο της παιδικής ηλικίας, η πορεία μου προς τα γράμματα σκόνταφτε στα ηλιοβασιλέματα.Τ’ απογεύματα στο σχολείο, περισσότερο κι απ’ τον Οιδίποδα με βασάνιζε μια κόκκινη κιμωλία που μουτζούρωνε τα γραμμένα στον πίνακα - τυφλωμένος κι εγώ, μα από το δράμα του ήλιου...Κι όπως κάνουν στα παιδιά για να μη δουν το τέλος ενός ανθρώπου, τραβούσε τις κουρτίνες ο καθηγητής κι έμενα μ’ ένα εξακολουθητικό υπερσυντέλικο φως να συνοψίζει το συσκοτισμένο μου μέλλον.

Ίσως γι’ αυτό αγάπησα τις λέξεις - γιατί αυτές δεν τέλειωναν ποτέ. Μα κι έτσι αβασίλευτες, ακηδεμόνευτες, μια χαρά κατάφερναν να κηδεύουν τα παιδικά μου μάτια, νιογέννητες αυτές, στα σπλάχνα των αρχαίων κοιμωμένων...,ήθελα να πω, κειμένων.

Η Παλατινή Ανθολογία έμεινε εν πολλοίς ανέγγιχτη από την εκπαιδευτική διαδικασία.Η τολμηρή της θεματολογία πιθανόν την κράτησε μακριά από τη σχολική ρουτίνα.Έτσι η επαφή μου μαζί της είχε κάτι από ανεπαίσθητο τρίψιμο ώμου σε κοριτσίστικο στήθος, ως υλικό κατοπινής ονείρωξης.

Τα επιγράμματα της Παλατινής τα είδα σαν συνθήματα των νεκρών στους πάλλευκους τοίχους του θανάτου, ερωτικά sms που ανταλλάσσουν χαμένα ζευγάρια στον Άδη, νεύματα αγάπης από σβησμένα πρόσωπα.

Ποιήματα μικρά μα κι απέραντα τρυφερά, παλιά μα κι απέθαντα, ολοζώντανοι ρυθμοί για έναν πένθιμο χορό της γλώσσας, δίστιχες ράγες δακρύων, αναπαλμοί καρδιάς στο στήθος άψυχων ονείρων · αυτό είναι για μένα η Παλατινή...

Σιγά-σιγά, μεταφράζοντας τα επιγράμματά της, άρχισα ν’ αγαπώ τους ποιητές της κι ιδιαιτέρως τους ανώνυμους, απ’ τους οποίους διασώθηκε μόνο η λάμψη κάποιου δίστιχου.Μ’ αρέσει να τους σκέφτομαι με σκοτεινό πρόσωπο να βουλιάζουν μες στους αιώνες ρίχνοντας πίσω τους χρυσά γράμματα, για να τους βρούμε...

Επειδή γνωρίζω πως πολλοί σημερινοί νέοι έχουν μιαν αίσθηση, όχι απλώς ανίας μα σχεδόν πνιγμού, ανάμεσα σε ναυαγισμένα κομμάτια λέξεων κι επιπλέουσες σανίδες γραμματικής-συντακτικού...
Επειδή υποψιάζομαι τουλάχιστον αδιαφορία, αν όχι αποστροφή, και σ’ αρκετούς εκπαιδευτικούς που μετρούν τις διδακτικές τους ώρες σαν μια φθονερή ποινή που επέβαλε εκείνος ο εξαφανισμένος αρχαίος χρόνος πάνω στο σύγχρονο της καθημερινής τους ζωής...

Επειδή η γνώση έφτασε να γίνει αντώνυμο της απόλαυσης μέσα στο σχολείο...
Αλλά κι επειδή ψηλαφώ ρινίσματα κατεργασμένης μαγείας πάνω στις αναπότρεπτες ρυτίδες εκείνων των ποιημάτων...
Επειδή οι ρυτίδες τους μοιάζουν περισσότερο με χαρακώματα απ’ όπου οι λέξεις δώσαν τη μάχη τους με τη σιωπή του χρόνου...
Επειδή, τέλος, ο αναστεναγμός δεν πρέπει να είναι ο μοναδικός τρόπος για να βγάζουμε την αναπνοή μας...
γι’ αυτούς τους λόγους προσπάθησα να μοιραστώ και μ’ άλλους την αγάπη μου για την Παλατινή, προσφέροντάς τους μια χούφτα τρίμματα ψυχής απ’τις σκισμένες τσέπες του Χρόνου .
Τα πρωτότυπα κείμενα συμβάλλουν σε μια γλωσσική μαγγανεία χωρίς τη στυφή γεύση της στάχτης.
Γιατί η στάχτη είναι η σκόνη του παλιού που επικάθεται στα προς στάχτη,άφθαρτα τάχα, μέλη της ύλης.
Τα γεννήματα εκείνα όμως είναι μια ανάερη ύλη που θα κυματούται εσαεί δονώντας τις φωνητικές χορδές όλων των εποχών.

Ι.Ν.Κυριαζής



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Παλατινή Ανθολογία : πρόκειται για μια ανθολογία 3.700 ποιημάτων, κυρίως επιγραμμάτων, που καλύπτει μια μεγάλη περίοδο, από τον 6ο αι. π. Χ έως τον 10ο αι. μ. Χ.

Το επίγραμμα είναι μια έμμετρη σύντομη επιγραφή (αρχικώς επρόκειτο για κείμενο χαραγμένο πάνω σε μια επιφάνεια) που με τον καιρό αυτονομήθηκε σε ιδιαίτερο ποιητικό είδος, χωρίς να είναι απαραίτητη η συσχέτισή του μ’ ένα μνημείο. Η συντομία του - τα περισσότερα επιγράμματα αποτελούνται από δύο έως οκτώ στίχους - οφείλεται σε πρακτικούς κυρίως λόγους (στενός χώρος για τη χάραξη του κειμένου) και μετατράπηκε σε αισθητικό κανόνα προσδιορισμού του εν λόγω ποιητικού είδους.

Ο ιερωμένος Κων/νος Κεφαλάς συνέθεσε τη συγκεκριμένη Ανθολογία τον 10ο αι. μ. Χ.

Το 1606 ο γάλλος λόγιος Claude de Saumaise ψάχνοντας κώδικες της Παλατινής Βιβλιοθήκης της Χαϊδελβέργης ανακάλυψε το χειρόγραφο του Κεφαλά.

Από τη βιβλιοθήκη του Παλατινάτου πήρε το όνομά της: «Παλατινή Ανθολογία».

Τα είδη των επιγραμμάτων ποικίλλουν: πρόκειται για επιγράμματα χριστιανικά, ερωτικά, επιτύμβια, αναθηματικά, συμποτικά, σκωπτικά, επιδεικτικά, προτρεπτικά, παιδεραστικά, αλλά και για επιγραφές αγαλμάτων, αριθμητικά προβλήματα, αινίγματα, χρησμούς, κ.ά.

Το επίγραμμα διακρίνεται για την πυκνότητα, το συγκινησιακό του υπόβαθρο, την εξαιρετική του εικονοποιία, τους λεκτικούς του ιριδισμούς, το στοχευμένο εντυπωσιασμό κι αποτελεί ένα παιχνίδι του πνεύματος.

Η ερωτική αυτανάφλεξη των ποιητών της Παλατινής, η φιλοπαίγμων διάθεσή τους, ο εκλεπτυσμένος αλλά και σπαραχτικός τους θρήνος, η στοχαστική αντιμετώπιση της ζωής, η επιθυμία τους για την αποδυνάμωση του θανάτου και για την κατάκτηση της αιωνιότητας μέσω της ποίησης, είναι ορισμένα στοιχεία που δύσκολα θ’ άφηναν αδιάφορους τους αναγνώστες ανά τους αιώνες.

Η επιλογή μου να μεταφράσω τα συγκεκριμένα 124 επιγράμματα έγινε με απολύτως υποκειμενικά αισθητικά κριτήρια.

Προτίμησα την έμμετρη - ομοιοκατάληκτη μεταφορά τους στη νέα ελληνική γλώσσα, αφού και τα ποιήματα αυτά στο πρωτότυπο ήταν γραμμένα υπακούοντας σ’ ένα μέτρο, το ελεγειακό δίστιχο, βασισμένο όχι φυσικά στην εναλλαγή τονισμένων - άτονων,αλλά μακρόχρονων - βραχύχρονων συλλαβών (αρχαία προσωδία).Έτσι λοιπόν θεώρησα ότι θα έπρεπε να αποδοθεί όχι μόνο το νόημα αλλά και η ρυθμική τους «αναπνοή».

Η έμμετρη-ομοιοκατάληκτη μεταγραφή τους επιβάλλει όμως και κάποιους περιορισμούς.

Σε αρκετές περιπτώσεις η μετάφραση είναι αδύνατο να είναι ακριβής, αν και η προσπάθεια να κρατηθεί η βασική νοηματική αλληλουχία στο ποίημα είναι υπαρκτή. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο θα ήταν σωστό τα παρόντα μεταφράσματά μου να θεωρηθούν έμμετρες αποδόσεις και ως τέτοιες να αξιολογηθούν.

Η παράθεση της αρχικής μορφής των επιγραμμάτων γίνεται για να ελεγχθεί από τον αναγνώστη ο βαθμός πιστότητας ή απόκλισής τους από το πρωτότυπο, αλλά και για να είναι δυνατή η αναγνωστική απόλαυσή τους.

Στο τέλος του βιβλίου, εν είδει επιμέτρου, παρατίθενται ως αποτέλεσμα εφαρμογής της ίδιας μεταφραστικής τακτικής, ακόμη δεκαπέντε αποσπάσματα της αρχαίας ελληνικής ποίησης, εκτός Παλατινής.

Τελειώνοντας, να ευχαριστήσω τον ποιητή Βασίλη Λαλιώτη, χωρίς τη βοήθεια-παρότρυνση του οποίου, αυτή η εργασία μου δε θα έπαιρνε ποτέ τη μορφή ενός βιβλίου.


V 2. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Τήν καταφλεξίπολιν Σθενελαΐδα, τήν βαρύμισθον,
τήν τοῖς βουλομένοις χρυσόν ἀμεργομένην,
γυμνήν μοι διά νυκτός ὅλης παρέκλινεν ὄνειρος
ἄχρι φίλης ἠοῦς προῖκα χαριζομένην.
Οὐκέτι γουνάσομαι τήν βάρβαρον οὐδ’ ἐπ’ ἐμαυτῷ
κλαύσομαι ὕπνον ἔχων κεῖνα χαριζόμενον.


Τη φλογερή και ακριβή στο σεξ Σθενελαΐδα
που αν την ποθείς, από χρυσό πρώτα σε ξαλαφρώνει,
μια νύχτα ολόκληρη, γυμνή σε όνειρο την είδα
δική μου να ’ναι ως την αυγή, χωρίς να με χρεώνει…
Ξανά ποτέ γονατιστός μπροστά της δε θα κλάψω
αφού μπορώ να κοιμηθώ και να την απολαύσω…

V 13. ΦΙΛΟΔΗΜΟΥ



Ἑξήκοντα τελεῖ Χαριτώ λυκοβαντίδας ὥρας,
ἀλλ’ ἔτι κυανέων σύρμα μένει πλοκάμων,
κἀν στέρνοις ἔτι κεῖνα τά λύγδινα κώνια μαστῶν
ἕστηκεν, μίτρης γυμνά περιδρομάδος,
καί χρώς ἀρρυτίδωτος ἔτ’ ἀμβροσίην, ἔτι πειθώ
πᾶσαν, ἔτι στάζει μυριάδας χαρίτων.
Ἀλλά πόθους ὀργῶντας ὅσοι μή φεύγετ’, ἐρασταί,
δεῦρ’ ἴτε, τῆς ἐτέων ληθόμενοι δεκάδος.

Η Χαριτώ, εξήντα χρόνων
έχει μαλλιά μαύρα και μόνον.
Και των βυζιών στητοί οι κώνοι,
στηθόδεσμος κι ας μην τα υψώνει.
Πόροι αρυτίδωτοι, που στάζουν
συν αμβροσία, μύρα μυριάδες.
Μπρος εραστές, και μη σας νοιάζουν
της ηλικίας οι δεκάδες.

V 14. ΡΟΥΦΙΝΟΥ



Εὐρώπης τό φίλημα, καί ἤν ἄχρι χείλεος ἔλθῃ,
ἡδύ γε, κἄν ψαύσῃ μοῦνον ἄκρου στόματος·
ψαύει δ’ οὐκ ἄκροις τοῖς χείλεσιν, ἀλλ’ ἐρύσασα
τό στόμα τήν ψυχήν ἐξ ὀνύχων ἀνάγει.


Γλυκά η Ευρώπη που φιλά
τα χείλη μόλις πλησιάζει
κι όπως το στόμα της κολλά
απ’ την ψυχή σου σε αδειάζει...