Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

VΙΙ 320. ΗΓΗΣΙΠΠΟΥ



Ὀξεῖαι πάντῃ περὶ τὸν τάφον εἰσὶν ἄκανθαι
καὶ σκόλοπες· βλάψεις τοὺς πόδας, ἢν προσίῃς.
Τίμων μισάνθρωπος ἐνοικέω. Ἀλλά πάρελθε
οἰμώζειν εἶπας πολλά, πάρελθε μόνον.


Βάτα και γαϊδουράγκαθα τον τάφο μου τον ζώνουν

και πιο κοντά αν θες να ’ρθείς, τα πόδια σου ματώνουν.
Ο Τίμων ο μισάνθρωπος εδώ έχει καταλύσει.
Και τώρα δρόμο, αρκετά, μ’ όσα μ’ έχεις στολίσει.

VII 349. ΣΙΜΩΝΙΔΟΥ



Βαιὰ φαγών καὶ βαιὰ πιὼν καὶ πολλὰ νοσήσας
ὀψὲ μέν, ἀλλ’ ἔθανον. ἔρρετε πάντες ὁμοῦ.

Φαΐ, ποτό έλεγα λίγο να βάλω
πολύ αρρώστησα - δεν έζησα άλλο.
Να πάτε όλοι σας μαζί στο διάλο...

VII 452. ΛΕΩΝΙΔΟΥ



Μνήμης Εὐβούλοιο σαόφρονος, ὦ παριόντες,
πίνωμεν· κοινὸς πᾶσι λιμὴν Ἀΐδης.

Φίλοι, στη μνήμη του Εύβουλου που έχει πια πεθάνει
ας πιούμε - είναι ολονών ο Άδης κοινό λιμάνι.

VΙΙ 456. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ



Τὴν τίτθην Ἱέρων Σειληνίδα, τήν, ὅτε πίνοι
ζωρόν, ὑπ’ οὐδεμιῆς θλιβομένην κύλικος,
ἀγρῶν ἐντὸς ἔθηκεν, ἵν’ ἡ φιλάκρητος ἐκείνη
καὶ φθιμένη ληνῶν γείτονα τύμβον ἔχοι.

Τη Σειληνίδα την τροφό του ο Ιέρωνας τη θάβει
-αυτήν που δεν την πείραζαν τα ξέχειλα ποτήρια-
μες στους αγρούς να κείτεται, η μπεκρού σ’ ένα χωράφι
έτσι που ο τάφος της κοντά να ’ναι στα πατητήρια.

VII 461. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Παμμῆτορ γῆ, χαῖρε· σύ τὸν πάρος οὐ βαρὺν εἰς σὲ
Αἰσιγένην καὐτή νῦν ἐπέχοις ἀβαρής.

Μητέρα Γη, σε χαιρετώ - σαν ζούσε ο Αισιγένης
βάρος δε σου ’δινε. Γι’ αυτόν, κι εσύ ελαφριά να γένης.

VII 538. ΑΝΥΤΟΥ



Μάνης οὗτος ἀνὴρ ἦν ζῶν πότε· νῦν δὲ τεθνηκὼς
ἶσον Δαρείῳ τῷ μεγάλῳ δύναται.

Ο Μάνης δούλος ήτανε σε όλον του το βίο.
Τώρα που πέθανε έγινε ίσος με τον Δαρείο.

VII 546. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Εἶχε κορωνοβόλον πενίης λιμηρὸν Ἀρίστων
ὄργανον, ᾧ πτηνὰς ἠκροβόλιζε χένας
ἦκα παραστείχων δολίην ὁδόν,οἷος ἐκείνας
ψεύσασαθαι λοξοῖς ὄμμασι φερβομένας.
νῦν δ’ ὁ μὲν εἰν Ἀΐδῃ· τὸ δὲ οἱ βέλος ὀρφανὸν ἤχου
καὶ χερός· ἡ δ’ ἄγρη τύμβον ὑπερπέταται.

Χήνες με τη σφεντόνα του ο Αρίστωνας χτυπούσε
αφού σε δρόμο δολερό περίμενε για εκείνες.
Στον Άδη αφότου έφτασε βέλος του δεν ηχούσε.
Τώρα πάνω απ’ τον τάφο του πετούν ψηλά οι χήνες.

VII 608. ΕΥΤΟΛΜΙΟΥ ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΥ ΙΛΛΟΥΣΤΡΙΟΥ



Υἱέος ὠκυμόρου θάνατον πενθοῦσα Μενίππη
κωκυτῷ μεγάλῳ πνεῦμα συνεξέχεεν·
οὐδ’ ἔσχεν παλίνορσον ἀναπνεύσασα γοῆσαι,
ἀλλ’ ἅμα καὶ θρήνου παύσατο καὶ βιότου.


Τον πρόωρο θάνατο του γιου πενθώντας η Μενίππη
μαζί με δυνατή κραυγή άφησε την πνοή της.
Και δεν ανάπνευσε ξανά, δεν την ξανάβρε η λύπη -
παρέα με το θρήνο της έφυγε κι η ζωή της.

Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

VII 621. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Ἐνθάδ’ ἐγὼ Σοφοκλῆς στυγερὸν δόμον Ἄιδος ἔσβην
κάμμορος, εἴδατι Σαρδώῳ σελίνοιο γελάσκων.
ὥς μὲν ἐγών, ἕτεροι δ’ ἄλλως,πάντες δέ τε πάντως.

Εδώ εγώ ο Σοφοκλής έχω ο ατυχής πεθάνει
από τα γέλια αφού έφαγα σαρδιανό βοτάνι.
Έτσι εμένα μου ’λαχε να μείνω εις τον τόπο -
άλλοι αλλιώς μπορεί αλλά... όλοι με κάποιον τρόπο.

VΙΙ 623. ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΥ



Εἰς παῖδα τῆς μητρὸς τεθνηκυίας θηλάζοντα.

Ἕλκε, τάλαν, παρὰ μητρὸς ὅν οὐκέτι μαστὸν ἀμέλξεις,
ἕλκυσον ὑστάτιον νᾶμα καταφθιμένης·
ἤδη γὰρ ξιφέεσσι λιπόπνοος· ἀλλὰ τὰ μητρὸς
φίλτρα καὶ εἰν Ἀΐδῃ παιδοκομεῖν ἔμαθεν.

(σε παιδί που πέθανε η μάνα του καθώς το θήλαζε, στη διάρκεια πολιορκίας μιας πόλης)

Βάλε στης μάνας το μαστό το στόμα σου να γλείφει
το τελευταίο νάμα της, γιατί απ’ αυτήν τα ξίφη
δύστυχο, πήραν την πνοή και μπήκε στο σκοτάδι.
Η μάνα τρέφει το παιδί ακόμη και στον Άδη.

VΙΙ 669. ΠΛΑΤΩΝΟΣ



Ἀστέρας εἰσαθρεῖς ἀστὴρ ἐμός. εἴθε γενοίμην
Οὐρανός, ὡς πολλοῖς ὄμμασιν εἰς σὲ βλέπω.

Τ’ άστρα κοιτάς, αστέρι μου - σαν ουρανός ας ζούσα,
τα μάτια σου με άπειρα μάτια να τα κοιτούσα...

VΙΙ 670. ΠΛΑΤΩΝΟΣ



Ἀστὴρ πρὶν μὲν ἔλαμπες ἐνὶ ζωοῖσιν Ἑῷος.
νῦν δὲ θανὼν λάμπεις Ἕσπερος ἐν φθιμένοις.

Έλαμπες σαν Αυγερινός, προτού στον τάφο νά ’μπεις
και τώρα μέσα στους νεκρούς, Αποσπερίτης λάμπεις.

VII 671.ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Πάντα Χάρων ἄπληστε, τὶ τὸν νέον ἥρπασας αὔτως
Ἄτταλον; οὐ σὸς ἔην, κἄν θάνε γηραλέος;


Γιατί τον Άτταλο άρπαξες, άπληστε Χάρε, νέο;
Πάλι δε θα τον έκανες δικό σου, γηραλέο;...

ΙΧ 66. ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ ΣΙΔΩΝΙΟΥ


Statue of Sappho by von Dannecker, about 1800

Μναμοσύναν ἕλε θάμβος , ὅτ’ ἔκλυε τᾶς μελιφώνου
Σαπφοῦς· «Μὴ δεκάταν Μοῦσαν ἔχουσι βροτοί.»

Απ’ τη μελίφωνη Σαπφώ έκθαμβη η Μνημοσύνη
είπε: « Οι θνητοί μην έχουνε δέκατη Μούσα εκείνη;»

ΙΧ 75. ΕΥΗΝΟΥ ΑΣΚΑΛΩΝΙΤΟΥ



Εἰς ἄμπελον ἥν τράγος κατέφαγεν.

Κἤν με φάγῃς ἐπὶ ῥίζαν, ὅμως ἔτι καρποφορήσω,
ὅσσον ἐπισπεῖσαι σοί, τράγε, θυομένῳ.


Σε αμπέλι που το έφαγε τράγος

Κι αν ως τη ρίζα μ’ έφαγες, καρπούς πάλι θα φέρω,
σαν, τράγε μου, θυσιαστείς, σπονδή να σου προσφέρω.

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

IX 369. ΚΥΡΙΛΛΟΥ



Πάγκαλον ἐστ' ἐπίγραμμα τὸ δίστιχον· ἢν δὲ παρέλθῃς
τοὺς τρεῖς, ῥαψωδεῖς κοὐκ ἐπίγραμμα λέγεις.

Το δίστιχο επίγραμμα, του κάλλους η ευλογία.
Τρεις στίχοι, επίγραμμα; Όχι δα - μάλλον, μια ραψωδία...

Χ 28. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ



Τοῖσι μὲν εὖ πράττουσιν ἅπας ὁ βίος βραχύς ἐστιν,
τοῖς δὲ κακῶς μία νύξ ἄπλετός ἐστι χρόνος.

Είναι η ζωή μία στιγμή
γι’ αυτόν που τη γλεντάει
και μια στιγμή όλη η ζωή
για κείνον που πονάει.

X 32. ΠΑΛΛΑΔΑ



Πολλά μεταξύ πέλει κύλικος καί χείλεος ἂκρου.

Κανείς δεν ξέρει πόσα θα μεσολαβήσουν
μέχρι τα χείλη το ποτήρι ν’ ακουμπήσουν.


(Επίγραμμα εμπνευσμένο μάλλον από απόσπασμα της Οδύσσειας (χ 8 κ. εξ.) όπου ο Οδυσσέας σκοτώνει τον Αντίνοο με ένα βέλος, πριν προλάβει να φέρει την κούπα στο στόμα του για να πιει...)

Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Χ 58. ΠΑΛΛΑΔΑ



Γῆς ἐπέβην γυμνὸς γυμνὸς θ’ ὑπὸ γαῖαν ἄπειμι·
καὶ τὶ μάτην μοχθῶ γυμνὸν ὁρῶν τὸ τέλος;

Γυμνός ήρθα πάνω στη γη, γυμνός θα μπω από κάτω.
Αφού είν’ το τέλος μου γυμνό, ματαίως όλα τα πράττω.

Χ 60. ΠΑΛΛΑΔΑ



Πλουτεῖς· καὶ τὶ τὸ λοιπόν; ἀπερχόμενος μετὰ σαυτοῦ
τὸν πλοῦτον σύρεις εἰς σορὸν ἑλκόμενος;
τὸν πλοῦτον συνάγεις δαπανῶν χρόνον· οὐ δύνασαι δὲ
ζωῆς σωρεῦσαι μέτρα περισσότερα.


Κι αν έχεις πλούτη, τι μ’ αυτό; Πίσω δε θα τ’ αφήσεις;
Μ’ όλο το βιος σου δεν μπορείς το βίο ν’ αβγατίσεις...

Χ 63. ΠΑΛΛΑΔΑ



Μηδέποτε ζήσας ὁ πένης βροτὸς οὐδ’ ἀποθνῄσκει·
καὶ γὰρ ζῆν δοκέων ὡς νέκυς ἦν ὁ τάλας.
οἱ δὲ τύχας μεγάλας καὶ χρήματα πολλὰ λαχόντες,
οὗτοι τὸν θάνατον πτῶσιν ἔχουσι βίου.

Αφού δεν έζησε ποτέ, ζωή δε θα αφήσει
γιατί ο φτωχός το βίο του νεκρός τον έχει ζήσει.
Μα οι τυχεροί που είχανε γεμάτα πορτοφόλια
αυτοί το θάνατο θαρρούν του βίου τους απώλεια.

Χ 67. ΜΑΚΗΔΟΝΙΟΥ ΥΠΑΤΟΥ



Μνήμη καὶ Λήθη, μέγα χαίρετον· ἡ μὲν ἐπ’ ἔργοις
Μνήμη τοῖς ἀγαθοῖς, ἡ δ’ ἐπὶ λευγαλέοις.


Μνήμη και Λήθη, πάντοτε να ’στε καλά ζητάω.
Για να θυμάμαι τα καλά και τ’ άλλα να ξεχνάω.

Χ 85. ΠΑΛΛΑΔΑ



Πάντες τῷ θανάτῳ τηρούμεθα καὶ τρεφόμεσθα
ὡς ἀγέλη χοίρων σφαζομένων ἀλόγως.

Το θάνατο να θρέψουμε, τρώμε με δυο πιρούνια
παράλογα όπως σφάζεται αγέλη από γουρούνια.

Χ 118. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Πῶς γενόμην; πόθεν εἰμί; τίνος χάριν ἦλθον; ἀπελθεῖν;
πῶς δύναμαι τι μαθεῖν μηδὲν ἐπιστάμενος;
οὐδὲν ἐών γενόμην· πάλιν ἔσσομαι, ὡς πάρος ἦα·
οὐδὲν καὶ μηδὲν τῶν μερόπων τὸ γένος.
ἀλλ’ ἄγε μοι Βάκχοιο φιλήδονον ἔντυε νᾶμα·
τοῦτο γάρ ἐστι κακῶν φάρμακον ἀντίδοτον.


Πώς τάχα να γεννήθηκα, γιατί ήρθα και θα φύγω;
Χωρίς να ξέρω πώς μπορώ να μάθω αυτό το λίγο;
Το τίποτε που ήμουνα στο τίποτε πηγαίνει.
Το τίποτε και το μηδέν είν’ των θνητών τα γένη.
Έλα, του Βάκχου δώσε μου φιλήδονο κρασάκι
γιατί αυτό είναι φάρμακο για κάθε μας φαρμάκι.

Χ 124. ΓΛΥΚΩΝΟΣ



Πάντα γέλως καὶ πάντα κόνις καὶ πάντα τὸ μηδέν·
πάντα γὰρ ἐξ ἀλόγων ἐστὶ τὰ γινόμενα.


Όλα είναι γέλιο και μηδέν κι η σκόνη τους θα μείνει
μιας και απ’ το παράλογο τα πάντα έχουν γίνει.

XI 8. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Μὴ μύρα, μὴ στεφάνους λιθίναις στήλαισι χαρίζου·
μηδὲ τὸ πῦρ φλέξῃς · ἐς κενὸν ἡ δαπάνη.
ζῶντί μοι,εἴ τι θέλεις, χάρισαι · τέφρην δὲ μεθύσκων
πηλὸν ποιήσεις, κοὐχ ὁ θανὼν πίεται.


Μύρα και στέφανα ποτέ στο μνήμα μη μου φέρεις
και μη φουντώσεις τη φωτιά, τσάμπα όλα αυτά, να ξέρεις...
Μα όσο ζω, δώσ’ μου ό,τι θες – οίνο την τέφρα αν ράνεις
δε θα μπορώ νεκρός να πιω, απλώς λάσπη θα κάνεις.

ΧΙ 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ



Πρῴην τὴν σαύραν Ἀγάθων ῥοδοδάκτυλον εἶχεν·
νῦν δ’ αὐτὴν ἤδη καὶ ῥοδόπηχυν ἔχει.

Παλιά, σαν ροδοδάχτυλη ο Αγάθων «σαύρα» είχε.
Τώρα από μπράτσο ροδαλό, καθόλου δεν απείχε...

ΧΙ 43. ΖΩΝΑ



Δός μοι τοὐκ γαίης πεπονημένον ἁδὺ κύπελλον,
ἇς γενόμην καὶ ὑφ’ ᾇ κείσομ’ ἀποφθίμενος.

Δώσ’ μου την κούπα τη γλυκιά, που είν’ απ’ τη γη φτιαγμένη
κι εγώ απ’ τη γη γεννήθηκα, κι αυτή με περιμένει.

ΧΙ 46. ΑΥΤΟΜΕΔΟΝΤΟΣ ΚΥΖΙΚΗΝΟΥ



Ἄνθρωποι δείλης, ὅτε πίνομεν· ἢν δὲ γὲνηται
ὄρθρος, ἐπ’ ἀλλήλους θῆρες ἐγειρόμεθα.

Το βράδυ, όταν πίνουμε, μας θεωρούν ανθρώπους
μα το πρωί τρωγόμαστε με των θηρίων τους τρόπους.

XI 66. ΑΝΤΙΦΙΛΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ



Κἤν τείνῃς ῥακόεντα πολυτμήτοιο παρειῆς
χρῶτα, καὶ ἀβλεφάρους ὦπας ἐπανθρακίσῃς,
καὶ λευκὴν βάψῃς μέλανι τρίχα, καὶ πυρίφλεκτα
βοστρύχια κροτάφοις οὖλα περικρεμάσῃς,
οὐδὲν ταῦτα, γελοῖα, καὶ ἢν ἔτι πλείονα ῥέξῃς.


Το ζαρωμένο δέρμα κι αν τεντώσεις,
τ’ αβλέφαρά σου μάτια μπογιατίσεις,
την άσπρη τρίχα μαύρη χρωματίσεις
και το μαλλί με μπούκλες κατσαρώσεις
μάταια όλα αυτά, γελοία θα ’ναι
κι αν θες κι άλλα πολλά να κάνεις, κάνε.

XI 108. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Κόνων δίπηχυς, ἡ γυνὴ δὲ τεσσάρων·
ἐν τῇ κλίνῃ δὲ τῶν ποδῶν ἰσουμένων,
σκόπει, Κόνωνος ποῦ τὸ χεῖλος ἔρχεται.

Κόνων, το ύψος σου δυο πήχες -
τέσσερις, της γυναίκας που είχες.
Ίσια στην κλίνη αν σας βάλναν
Κόνων, τα χείλη σου πού φτάναν;...

ΧΙ 111. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ



Βουλόμενός ποθ’ ὁ λεπτὸς ἀπάγξασθαι Διόφαντος,
νῆμα λαβὼν ἀράχνης αὑτὸν ἀπηγχόνισεν.

Να κρεμαστεί ο Διόφαντος βοήθησε η λεπτότης,
μίας αράχνης παίρνοντας το νήμα απ’ τον ιστό της.