Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

V 51. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Ἠράσθην, ἐφίλουν, ἔτυχον, κατέπραξ’, ἀγαπῶμαι.
τίς δέ καί ἧς καί πῶς, ἡ θεός οἶδε μόνη.

Συνάντησα, ερωτεύθηκα κι από αγάπη λειώνω –
μα ποιος εγώ, με ποια και πώς, θεός γνωρίζει μόνο.

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

V 55. ΔΙΟΣΚΟΡΙΔΟΥ



Δωρίδα τὴν ῥοδόπυγον ὑπὲρ λεχέων διατείνας
ἄνθεσιν ἐν χλοεροῖς ἀθάνατος γέγονα.
Ἡ γὰρ ὑπερφυέεσσι μέσον διαβᾶσά μὲ ποσσὶν
ἤνυεν ἀκλινέως τὸν Κύπριδος δόλιχον,
ὄμμασι νωθρὰ βλέπουσα· τὰ δ’ , ἠύτε πνεύματι φύλλα,
ἀμφισαλευομένης ἔτρεμε πορφύρεα,
μέχρις ἀπεσπείσθη λευκὸν μένος ἀμφοτέροισιν,
καὶ Δωρὶς παρέτοις ἐξεχύθη μέλεσι.

Στη χλόη, τη ροδοκάπουλη Δωρίδα την πλαγιάζω-
μες στων ανθών τον οργασμό με αθάνατο πώς μοιάζω...
Τα πόδια της, πανύψηλα, τη μέση μου έχουν κλείσει -
σε αγώνα δρόμου ερωτικό τρέχει για να νικήσει...
Σαν φύλλα που τα φύσηξαν, τα μάτια ανοιγοκλείνει
κι εξαντλημένη από ηδονή, μαζί με μένα χύνει.

V 60. ΡΟΥΦΙΝΟΥ



Παρθένος ἀργυρόπεζος ἐλούετο, χρύσεα μαζῶν
χρωτὶ γαλακτοπαγεῖ μῆλα διαινομένη·
πυγαὶ δ’ ἀλλήλαις περιηγέες εἱλίσσοντο,
ὕδατος ὑγροτέρῳ χρωτὶ σαλευόμεναι·
τὸν δ’ ὑπεροιδαίνοντα κατέσκεπε πεπταμένη χεὶρ
οὐχ ὅλον Εὐρώταν, ἀλλ’ ὅσον ἠδύνατο.

Λουζόταν κι έπεφτε νερό στου κοριτσιού τα στήθια
που σάλευαν, μήλα χρυσά, στο γαλατένιο σώμα.

Πώς οι γλουτοί της τρίβονταν και μοιάζανε, αλήθεια,

να είναι πιότερο υγροί κι απ’ το νερό ακόμα...

Φουσκώνει ο Ευρώτας της, μπροστά το χέρι βάζει

μα όσο και να ήθελε όλον δεν τον σκεπάζει...

V 68 . ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ



Ἢ τό φιλεῖν περίγραψον, Ἒρως, ὃλον ἢ τό φιλεῖσθαι
πρόσθες, ἳν’ ἢ λύσῃς τόν πόθον ἢ κεράσῃς.

Έρωτα, να μην αγαπώ κάνε με ή ν’ αγαπιέμαι-
τον πόθο είτε σβήσε μου είτε ανάφλεξέ με.

V 70. ΡΟΥΦΙΝΟΥ



Κάλλος ἔχεις Κύπριδος, Πειθοῦς στόμα, σώματος ἀκμὴν
εἰαρινὼν Ὡρῶν, φθέγμα δὲ Καλλιόπης,
νοῦν καὶ σωφροσύνην Θέμιδος καὶ χεῖρας Ἀθήνης·
σὺν σοὶ δ’ αἱ Χάριτες τέσσαρες εἰσι, Φίλη.

Τη χάρη έχεις της Κύπριδος και της Πειθούς το στόμα
και της Καλλιόπης τη φωνή, της Άνοιξης το σώμα.

Τα χέρια έχεις της Αθηνάς, της Θέμιδος τη σκέψη.

Οι Χάριτες δεν είναι τρεις - τέταρτη σ’ έχουν στέψει.

V 73. ΡΟΥΦΙΝΟΥ



Δαίμονες, οὐκ ᾔδειν, ὅτι λούεται ἡ Κυθέρεια,
χερσὶ καταυχενίους λυσαμένη πλοκάμους.
Ἱλήκοις, δέσποινα, καὶ ὄμμασιν ἡμετέροισι
μήποτε μηνίσῃς θεῖον ἰδοῦσι τύπον.
Νῦν ἔγνων· Ῥοδόκλεια, καὶ οὐ Κύπρις. Εἶτα τὸ κάλλος
τοῦτο πόθεν; σύ, δοκῶ, τὴν θεὸν ἐκδέδυκας.

Θεοί, δεν ήξερα εδώ πως λούζεται η Κυθέρεια
και στα μαλλιά της έδωσαν τη λευτεριά τα χέρια.

Έλεος, δέσποινα, μην πεις τα μάτια να μου σβήσουν

γιατί το θεϊκό κορμί έτυχε ν’ αντικρίσουν...

Ωχ! Τη Ροδόκλεια εγώ με Κύπρι έχω μπερδέψει...

Τότε, το κάλλος από πού;...Μην τη θεά έχεις κλέψει;...

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

V 74. ΡΟΥΦΙΝΟΥ *



Πέμπω σοι, Ῥοδόκλεια, τόδε στέφος, ἄνθεσι καλοῖς
αὐτὸς ἐφ’ ἡμετέραις πλεξάμενος παλάμαις.
Ἔστι κρίνον, ῥοδέη τε κάλυξ νοτερὴ τ’ ἀνεμώνη
καὶ νάρκισσος ὑγρὸς καὶ κυαναυγὲς ἴον.
Ταῦτα στεψαμένη, λῆξον μεγάλαυχος ἐοῦσα·
ἀνθεῖς καὶ λήγεις καὶ σὺ καὶ ὁ στέφανος.

Ροδόκλεια, το στεφάνι αυτό σε σένανε το στέλνω
που το ’χουνε τα χέρια μου μ’ ανθούς ωραίους πλεγμένο.
Το κρίνο και το ρόδο εδώ κι η ανεμώνη - ιδέ τα! -
κι ο νάρκισσος που ’ναι υγρός, κι η όμορφη βιολέτα...
Κι όταν μ’ αυτά στεφανωθείς, να πάψεις να καυχάσαι -
στο άνθισμα, στο μαρασμό, σαν το στεφάνι θα ’σαι.


*Τα αρχικά των ονομάτων των λουλουδιών σχηματίζουν ακροστιχίδα:
κρίνον, ῥοδέη, ανεμώνη, νάρκισσος, ἴον : κρανίον.

V 77. ΡΟΥΦΙΝΟΥ



Εἰ τοίην χάριν εἶχε γυνὴ μετὰ Κύπριδος εὐνὴν,
οὐκ ἂν τοι κόρον ἔσχεν ἀνὴρ ἀλόχῳ συνομιλῶν.
Πᾶσαι γὰρ μετὰ κύπριν ἀτερπέες εἰσὶ γυναῖκες.


Μετά τον έρωτα αφού οι χάρες τους ξοφλάνε,
οι άνδρες στις γυναίκες τους τις πλάτες τους γυρνάνε -
γιατί μετά την ένωση, τερπνές παύουνε να ’ναι.