Τετάρτη, 14 Απριλίου 2010

VII 546. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Εἶχε κορωνοβόλον πενίης λιμηρὸν Ἀρίστων
ὄργανον, ᾧ πτηνὰς ἠκροβόλιζε χένας
ἦκα παραστείχων δολίην ὁδόν,οἷος ἐκείνας
ψεύσασαθαι λοξοῖς ὄμμασι φερβομένας.
νῦν δ’ ὁ μὲν εἰν Ἀΐδῃ· τὸ δὲ οἱ βέλος ὀρφανὸν ἤχου
καὶ χερός· ἡ δ’ ἄγρη τύμβον ὑπερπέταται.

Χήνες με τη σφεντόνα του ο Αρίστωνας χτυπούσε
αφού σε δρόμο δολερό περίμενε για εκείνες.
Στον Άδη αφότου έφτασε βέλος του δεν ηχούσε.
Τώρα πάνω απ’ τον τάφο του πετούν ψηλά οι χήνες.