Πέμπτη, 1 Απριλίου 2010

Χ 118. ΑΝΩΝΥΜΟΥ



Πῶς γενόμην; πόθεν εἰμί; τίνος χάριν ἦλθον; ἀπελθεῖν;
πῶς δύναμαι τι μαθεῖν μηδὲν ἐπιστάμενος;
οὐδὲν ἐών γενόμην· πάλιν ἔσσομαι, ὡς πάρος ἦα·
οὐδὲν καὶ μηδὲν τῶν μερόπων τὸ γένος.
ἀλλ’ ἄγε μοι Βάκχοιο φιλήδονον ἔντυε νᾶμα·
τοῦτο γάρ ἐστι κακῶν φάρμακον ἀντίδοτον.


Πώς τάχα να γεννήθηκα, γιατί ήρθα και θα φύγω;
Χωρίς να ξέρω πώς μπορώ να μάθω αυτό το λίγο;
Το τίποτε που ήμουνα στο τίποτε πηγαίνει.
Το τίποτε και το μηδέν είν’ των θνητών τα γένη.
Έλα, του Βάκχου δώσε μου φιλήδονο κρασάκι
γιατί αυτό είναι φάρμακο για κάθε μας φαρμάκι.