Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

9. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ 196 a W. (42-53)



παρθένον δ’ ἐν ἄνθεσιν
τηλεθάεσσι λαβὼν
ἔκλινα, μαλθακῆι δὲ μιν
χλαίνηι καλύψας, αὐχὲν’ ἀγκάληις ἔχων,
δείματι παλλομένην
τὼς ὥστε νεβρὸν ἐκ φυγῆς
μαζῶν τε χερσὶν ἠπίως ἐφηψάμην,
ἧιπερ ἔφηνε νέον
ἥβης ἐπήλυσις χρόα ·
ἅπαν τε σῶμα καλὸν ἀμφαφώμενος
λευκὸν ἀφῆκα μένος
ξανθῆς ἐπιψαύων τριχός.


Μες στων ανθών τον οργασμό ξάπλωσα την παρθένα
στη χλαίνη μου τη μαλακή με μέλη βυθισμένα..
Με φόβο στην αγκάλη μου σύγκορμη σπαρταρούσε
σαν ελαφάκι σε φυγή που κάποιος κυνηγούσε.
Τα χέρια μου που αγγίξανε το στήθος το απαλό της
νιώσαν στο άγουρο κορμί την έφοδο της νιότης.
Κι αφού το σώμα γεύτηκα απ’ την αρχή ως το τέρμα
πάνω στις τρίχες τις ξανθές ξεθύμανε άσπρο σπέρμα.