
Δωρίδα τὴν ῥοδόπυγον ὑπὲρ λεχέων διατείνας
ἄνθεσιν ἐν χλοεροῖς ἀθάνατος γέγονα.
Ἡ γὰρ ὑπερφυέεσσι μέσον διαβᾶσά μὲ ποσσὶν
ἤνυεν ἀκλινέως τὸν Κύπριδος δόλιχον,
ὄμμασι νωθρὰ βλέπουσα· τὰ δ’ , ἠύτε πνεύματι φύλλα,
ἀμφισαλευομένης ἔτρεμε πορφύρεα,
μέχρις ἀπεσπείσθη λευκὸν μένος ἀμφοτέροισιν,
καὶ Δωρὶς παρέτοις ἐξεχύθη μέλεσι.
Στη χλόη, τη ροδοκάπουλη Δωρίδα την πλαγιάζω-μες στων ανθών τον οργασμό με αθάνατο πώς μοιάζω...Τα πόδια της, πανύψηλα, τη μέση μου έχουν κλείσει -σε αγώνα δρόμου ερωτικό τρέχει για να νικήσει...Σαν φύλλα που τα φύσηξαν, τα μάτια ανοιγοκλείνεικι εξαντλημένη από ηδονή, μαζί με μένα χύνει.