Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2010

XVI 388. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΥΠΑΡΧΩΝ



Στέφος πλέκων ποθ’ , εὗρον
ἐν τοῖς ῥόδοις Ἔρωτα ·
καὶ τῶν πτερῶν κατασχών,
ἐβάπτισ’ εἰς τὸν οἶνον.
λαβὼν δ’ ἔπιον αὐτόν.
καὶ νῦν ἔσω μελῶν μου
πτεροῖσι γαργαλίζει.


Παλιά, πριν από τόσα χρόνια,
στων ρόδων που έπλεκα τα κλώνια
μπλεγμένο μέσα στο στεφάνι
τον Έρωτα το χέρι πιάνει
και τον βαπτίζω μες στον οίνο.
Αφού τον βούτηξα, τον πίνω.
Και τώρα εντός μου που έχει πάει,
με τα φτερά με γαργαλάει.