Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

ΧΙ 237. ΔΗΜΟΔΟΚΟΥ



Καππαδόκην ποτ’ ἔχιδνα κακὴν δάκεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ
κάτθανε γευσαμένη αἵματος ἰοβόλου.

Τον Καππαδόκη μια κακή οχιά τόνε δαγκώνει
αλλά φαρμάκι το αίμα του και την οχιά σκοτώνει.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

ΧΙ 242. ΝΙΚΑΡΧΟΥ



Οὑ δύναμαι γνῶναι, πότερον χαίνει Διόδωρος
ἢ βδῆσ’ · ἓν γὰρ ἔχει πνεῦμα κάτω καὶ ἄνω.


Δεν ξέρω ο Διόδωρος αν χασμουριέται ή κλάνει-
ο κώλος και το στόμα του την ίδια μπόχα βγάνει.

ΧΙ 277. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ


Βάζο με τη μορφή μικρού Αιθίοπα που κοιμάται, 3ος-2ος αι. π.Χ.

Εἰς ἀργόν.

Τῆς νυκτὸς τροχάσας ἐν ὕπνοις ποτὲ Μάρκος ὁ ἀργὸς
οὐκὲτ’ ἐκοιμήθη, μὴ πάλι που τροχάσῃ.

Σε τεμπέλη.

Ο Μάρκος είδε όνειρο τροχούς πως είχε βγάλει
και δεν ξανακοιμήθηκε, μην ξανατρέξει πάλι.

ΧΙ 278. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ



Εἰς γραμματικὸν κερασφόρον.

Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου
ἔνδον ἔχων πολλοὺς τῆς σῆς Ἑλένης Πάριδας.

Σε φιλόλογο κερατά.

Τον Πάρη, το Μενέλαο έξω σ’ άλλους μαθαίνεις
μα μέσα οι Πάρηδες πολλοί είν’ της δικής σου Ελένης.

ΧΙ 282. ΠΑΛΛΑΔΑ



Εἰς ἀεὶ νοσοῦντα

Τοὺς καταλείψαντας γλυκερὸν φάος οὐκέτι θρηνῶ,
τοὺς δ’ ἐπὶ προσδοκίῃ ζῶντας ἀεὶ θανάτου.

Σε διαρκώς άρρωστο

Απ’ όσους άφησαν το φως δεν κλαίω πια κανέναν -
μα αυτούς θρηνώ που μια ζωή το χάρο περιμέναν.

XI 288. ΠΑΛΛΑΔΑ



Κουρεὺς καὶ ῥαφιδεὺς κατεναντίον ἦλθον ἀγῶνος,
καὶ τάχα νικῶσιν τὸ ξυρὸν αἱ ῥαφίδες.

Στα χέρια κάποτε ήρθανε κουρέας μ’ ένα ράφτη
και οι βελόνες γρήγορα νικήσαν το ξυράφι.

ΧΙ 300. ΠΑΛΛΑΔΑ


Ο θάνατος του Σαρπηδόνος, κρατήρας 515 π.Χ.

Πολλὰ λαλεῖς, ἄνθρωπε, χαμαὶ δὲ τίθῃ μετὰ μικρόν.
σίγα καὶ μελέτα ζῶν ἔτι τὸν θάνατον.

Λες, άνθρωπε, πολλά, μα στο ’πα
πως σύντομα θα μπεις στο χώμα.
Μελέτα όσο ζεις ακόμα
το θάνατό σου - γι’ αυτό σώπα.

ΧΙ 306. ΠΑΛΛΑΔΑ



Ἂν μετ’ Ἀλεξάνδρειαν ἐς Ἀντιόχειαν ἀπέλθῃς
καὶ μετὰ τὴν Συρίην Ἰταλίας ἐπιβῇς,
τῶν δυνατῶν οὐδεὶς σὲ γαμήσει · τοῦτο γὰρ αἰεὶ
οἰομένη πηδᾷς εἰς πόλιν ἐκ πόλεως.

Τι κι αν για Αντιόχεια την Αλεξάνδρεια αφήνεις
κι απ’ τη Συρία πιο μετά στην Ιταλία βγαίνεις,
αφού ισχυρού αντρός ποτέ γυναίκα δε θα γίνεις
κι από την πόλη σου τη μια στην άλλη ας πηγαίνεις...

XI 314. ΛΟΥΚΙΛΛΙΟΥ



Ἐζήτουν, πινάκων πόθεν οὔνομα τοῦτο καλέσσω,
καὶ παρὰ σοὶ κληθεὶς εὗρον, ὅθεν λέγεται,
πείνης γὰρ μεγάλης μεγάλους πίνακας παρέθηκας,
ὄργανα τοῦ λιμοῦ, πειναλέους πίνακας.

Το πιάτο κατανόησα γιατί το λένε «πίναξ»
στο δείπνο που μου πρόσφερες μεγάλα πιάτα...πείνας.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

ΧΙ 323. ΠΑΛΛΑΔΑ



Ῥῷ καὶ λάμβδα μόνον κόρακας κολάκων διορίζει·
λοιπὸν ταὐτὸ κόραξ βωμολόχος τε κόλαξ.
τοὔνεκά μοι, βέλτιστε, τόδε ζῷον πεφύλαξο
εἰδὼς καὶ ζώντων τοὺς κόλακας κόρακας.

Οι κόλακες κι οι κόρακες διαφέρουν σ’ ένα γράμμα
και θα ’ταν όμοιοι εντελώς, το ρω αν γινόταν λάμδα.
Γι’ αυτό φυλάξου απ’ αυτό το ζώο, φιλαράκι-
μάθε πως είναι ο κόλακας των ζωντανών κοράκι.

XI 349. ΠΑΛΛΑΔΑ



Εἰς μυθητήν.

Εἰπέ, πόθεν σύ μετρεῖς κόσμον καὶ πείρατα γαίης
ἐξ ὀλίγης γαίης σῶμα φέρων ὀλίγον.
σαυτὸν ἀρίθμησον πρότερον καὶ γνῶθι σεαυτόν,
καὶ τότ’ ἀριθμήσεις γαῖαν ἀπειρεσίην.
εἰ δ’ ὀλίγον πηλὸν τοῦ σώματος οὑ καταριθμεῖς,
πῶς δύνασαι γνῶναι τῶν ἀμέτρων τὰ μέτρα;

Σε μυθολόγο

Πες μου, τον κόσμο πώς μετράς μέχρι της γης το τέρμα
εσύ που από λίγη γη έχεις λιγάκι δέρμα;..
Πρώτα σ’ αυτό απάντησε: «ποιος είναι ο εαυτός μου;»
και υπολόγισε ύστερα το άπειρο του κόσμου.
Αν του κορμιού το λιγοστό πηλό σου δε μετρήσεις,
τα μέτρα των αμέτρητων πώς θα κατανοήσεις;

XI 373. ΠΑΛΛΑΔΑ



Εἰς ποιητὴν κυβεύοντα

Πάντων μουσοπόλων ἡ Καλλιόπη θεός ἐστιν·
ἡ σὴ Καλλιόπη Ταβλιόπη λέγεται.

Σε ποητή που παίζει ζάρια

Μούσα του κάθε ποιητή είναι η θεά Καλλιόπη
μα η Καλλιόπη λέγεται για σένα Ταβλιόπη.

XI 381. ΠΑΛΛΑΔΑ



Πᾶσα γυνὴ χόλος ἐστίν· ἔχει δ’ ἀγαθὰς δύο ὥρας,
τὴν μίαν ἐν θαλάμῳ, τὴν μίαν ἐν θανάτῳ.

Κάθε γυναίκα του αντρός πικραίνει όλο το βίο
και οι γλυκές του οι στιγμές είναι μονάχα δύο:
όταν μ’ αυτήν ξαπλώνει
κι όταν τη σαβανώνει.

XI 387. ΠΑΛΛΑΔΑ



Πάντες ἅπαξ τρώγουσιν · ὅταν δὲ τρέφῃ Σαλαμῖνος,
οἲκαδ’ ἀριστῶμεν δεύτερον ἐρχόμενοι.

Όλοι μας τρώμε μια φορά, μα αν φάω στο Σαλαμίνο,
στο σπίτι τρώω δεύτερη, άφαγος να μη μείνω.

XI 421. ΑΠΟΛΛΙΝΑΡΙΟΥ



Ἂν μὲν ἀπόντα λέγῃς με κακῶς, οὐδὲν ἀδικεῖς με,
ἂν δὲ παρόντα καλῶς, ἴσθι κακῶς μὲ λέγων.

Απόντα αν κακολογείς,
να τόνε βλάψεις δεν μπορείς.
Μα αν κάποιον επαινείς μπροστά του,
αυτό θα είναι για ζημιά του.

ΧΙ 428. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ



Εἰς τὶ μάτην νίπτεις δέμας Ἰνδικὸν ; ἴσχεο τέχνης·
οὐ δύνασαι δνοφερὴν νύκτα καθηλιάσαι.

Τσάμπα τον Ινδό μπάνιο τον κάνεις-
δεν μπορείς τη νύχτα να λευκάνεις.

XI 430. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ



Εἰ τὸ τρέφειν πώγωνα δοκεῖς σοφίαν περιποιεῖν,
καὶ τράγος εὐπώγων αἶψ’ ὅλος ἐστὶ Πλάτων.

Όποιος γενειάδα αφήνοντας σοφός θέλει να γένη
τότε ένας τράγος, Πλάτων πια, θα ’ναι με τόσο γένι.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

XI 431. ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ



Εἰ ταχὺς εἰς τὸ φαγεῖν καὶ πρὸς δρόμον ἀμβλὺς ὑπάρχεις,
τοῖς ποσί σου τρῶγε καὶ τρέχε τῷ στόματι.

Αν να τρως είσαι γοργός
αλλ’ αργά τα πόδια έχεις,
με τα πόδια σου να τρως,
με το στόμα σου να τρέχεις.

XII 21. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ



Κλέψομεν ἄχρι τίνος τὰ φιλήματα καὶ τὰ λαθραῖα
νεύσομεν ἀλλήλοις ὄμμασι φειδομένοις;
μέχρι τίνος δ’ ἀτέλεστα λαλήσομεν, ἀμβολίαισι
ζευγνύντες κενεὰς ἔμπαλιν ἀμβολίας;
μέλλοντες τὸ καλὸν δαπανήσομεν · ἀλλὰ πρὶν ἐλθεῖν
τάς φθονεράς, Φείδων, θῶμεν ἐπ’ ἔργα λόγοις.

Φείδων, ως πότε τα φιλιά θα δίνουμε λαθραία
και θ’ ανταλλάσσουμε ματιές, βλέμματα φευγαλέα;...
Με τα μισόλογα κανείς ως πότε θ’ αναβάλλει;...
Είναι η καθυστέρηση της ομορφιάς σπατάλη.
Προτού η τρίχα σου να βγει και γίνει σαν τη βέργα
εμπρός, σε λόγια τολμηρά να προστεθούνε κι έργα...

XII 32. ΘΥΜΟΚΛΕΟΥΣ


Ερμής του Πραξιτέλη, λεπτομέρεια, 330 π.Χ.

Μέμνῃ που, μέμνῃ, ὅτε τοι ἔπος ἱερὸν εἶπον ·
Ὥρη κάλλιστον, χὤρη ἐλαφρότατον ·
ὥρην οὐδ' ὁ τάχιστος ἐν αἰθέρι παρσύθη ὄρνις ·
νῦν, ἴδε, πάντ' ἐπὶ γῆς ἄνθεα σεῦ κέχυται.


Θυμάσαι λόγο ιερό που σου ’πα εδώ και χρόνια;...
"Η άνοιξη είναι όμορφη, μα όχι και αιώνια."
Και ούτε τα πιο γρήγορα πουλιά δεν την προφταίνουν.
Για δες όλα τα άνθη σου τώρα τη γη πώς ραίνουν...

XII 60. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Ἢν ἐσίδω Θήρωνα, τὰ πάνθ’ ὁρῶ · ἢν δὲ τὰ πάντα
βλέψω, τόνδε δὲ μή, τἄμπαλιν οὐδὲν ὁρῶ.

Τα πάντα βλέπω όταν θωρώ του Θήρωνα τα κάλλη
μα αν δω τα πάντα κι όχι αυτόν, τίποτε βλέπω πάλι...

XII 131. ΠΟΣΕΙΔΙΠΠΟΥ


Antonio Canova, Ninfa Dormiente, 1822

Ἃ Κύπρον, ἅ τε Κύθηρα, καὶ ἃ Μίλητον ἐποιχνεῖς,
καὶ καλὸν Συρίης ἱπποκρότου δάπεδον,
ἔλθοις ἵλαος Καλλιστίῳ, ἥ τὸν ἐραστὴν
οὐδὲποτ’ οἰκείων ὦσεν ἀπὸ προθύρων.


Θεά, που ζεις στη Μίλητο, στα Κύθηρα, στην Κύπρο
και στη Συρία που αντηχεί απ’ των οπλών τον χτύπο,
έλα και βόηθα την Καλλίστη , που ποτές της
δεν έδιωξε μπρος απ’ την πόρτα εραστές της.

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2010

XII 153. ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΟΥ


Warren Cup, side A

Πρόσθε μοι Ἀρχεάδης ἐθλίβετο · νῦν δὲ τάλαιναν
οὐδ’ ὅσσον παίζων εἰς ἒμ’ ἐπιστρέφεται.
οὐδ’ ὁ μελιχρὸς Ἔρως ἀεὶ γλυκύς · ἀλλ’ ἀνιήσας
πολλάκις ἡδίων γίνετ’ ἐρῶσι θεός.

Ο Αρχεάδης κάποτε επάνω μου κολλούσε
μα ούτε γι’ αστείο τώρα πια σε μένα θα γυρνούσε.
Πάντα με τη γλυκύτητα ούτε ο Έρως πάει,
πολύ γλυκύτερος θεός είν’ όταν τυραννάει.

XII 154. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Ἡδὺς ὁ παῖς, καὶ τοὔνομ’ ἐμοὶ γλυκύς ἐστι Μυΐσκος
καὶ χαρίεις· τίν’ ἔχω μὴ οὐχὶ φιλεῖν πρόφασιν;
καλὸς γάρ, ναὶ Κύπριν, ὅλος καλός · εἰ δ’ ἀνιηρός,
οἶδε τὸ πικρὸν Ἔρως συγκεράσαι μέλιτι.

Μυίσκο λένε το παιδί, γλυκό, χαριτωμένο-
γιατί να μην τον αγαπώ ακόμη επιμένω;...
Όμορφος, μα την Κύπριδα, έστω κι αν με παιδεύει,
με μέλι ο Έρως το πικρό ξέρει ν’ ανακατεύει.

XII 165. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Λευκανθὴς Κλεόβουλος, ὁ δ’ ἀντία τοῦδε μελίχρους
Σώπολις, οἱ δισσοὶ Κύπριδος ἀνθοφόροι.
τοὔνεκά μοι παίδων ἕπεται πόθος · οἱ γὰρ Ἔρωτες
πλέξειν ἐκ λευκοῦ φασί με καὶ μέλανος.

Της Κύπρης δυο ειν’ απέναντι, καθένας ανθισμένος,
Κλεόβουλος ο λευκανθής, Σώπολις ο μελένιος.
Τ’ άνθη αυτά ο Πόθος μου τα δυο έχει επιλέξει,
γιατί από μαύρο και λευκό οι έρωτες μ’ έχουν πλέξει.

XII 167. ΜΕΛΕΑΓΡΟΥ



Χειμέριον μὲν πνεῦμα · φέρει δ’ ἐπὶ σοὶ με , Μυΐσκε,
ἁρπαστὸν κώμοις ὁ γλυκύδακρυς Ἔρως.
χειμαίνει δὲ βαρὺς πνεύσας Πόθος, ἀλλὰ μ’ ἐς ὅρμον
δέξαι ,τὸν ναύτην Κύπριδος ἐν πελάγει.

Αέρας χειμωνιάτικος - με φέρνει μες στο αγιάζι
ο Έρως ο γλυκύδακρυς, Μυίσκε, που μ’ αρπάζει.
Γίνε λιμάνι μου γιατί φουρτούνιασε απ’ τον Πόθο
της Κύπριδας η θάλασσα και σαν το ναύτη νιώθω.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

XII 177. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ

Ἑσπερίην Μοῖρίς με, καθ’ ἥν ὑγιαίνομεν ὥρην,
οὐκ οἶδ’ , εἴτε σαφῶς, εἲτ’ ὄναρ, ἠσπάσατο.
ἤδη γὰρ τὰ μὲν ἄλλα μάλ’ ἀτρεκέως ἐνόησα,
χὠκόσα μοι προσέφη, χὠκόσ’ ἐπυνθάνετο ·
εἰ δὲ με καὶ πεφίληκε, τεκμαίρομαι · εἰ γὰρ ἀληθές,
πῶς ἀποθειωθεὶς πλάζομ’ ἐπιχθόνιος;

Όταν με καληνύχτισε,
ο Μοίρις, λέω, με φίλησε-
σ’ όνειρο να ’ταν τάχα;...
Τώρα ο νους μου φώτισε
τι μου ’πε, τι με ρώτησε-
φιλί του πρέπει να ’χα.
Μ’ αλήθεια, αν τον φίλησα
στη γη θνητός πώς γύρισα
αφού τα ουράνια θα ’χα;...


Το ποίημα "Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ. " του Κ.Π.Καβάφη διαβάζει η Έλλη Λαμπέτη:

XII 178. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ



Ἐξεφλέγην, ὅτε Θεῦδις ἐλάμπετο παισὶν ἐν ἄλλοις
οἷος ἐπαντέλλων ἀστράσιν ἠέλιος.
τοὔνεκ’ ἔτι φλέγομαι καὶ νῦν, ὅτε νυκτὶ λαχνοῦται·
δυόμενος γὰρ ὅμως ἥλιός ἐστιν ἔτι.

Ο Θεύδις στ’ άλλα ανάμεσα τ’ αγόρια μ’ έχει κάψει
σαν ήλιος που ανάμεσα στ’ αστέρια έχει ανάψει.
Κι ας έχει αυτήν τη λάμψη του το χνούδι τώρα σβήσει -
ο ήλιος της ανατολής είν’ ήλιος και στη δύση...

XII 180. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ


Αττική μελανόμορφη λήκυθος (550-530 π.Χ)

Καῦμά μ’ ἔχει μέγα δή τι · σύ δ’ , ὦ παῖ, παύεο λεπτὸν
ἠέρι δινεύων ἐγγὺς ἐμεῖο λίνον.
ἄλλο τι πῦρ ἐμοῦ ἔνδον ἔχω κυάθοισιν ἀναφθὲν
καὶ περὶ σῇ ῥιπῇ μᾶλλον ἐγειρόμενον.

Μια πυρκαγιά απ’ του ρούχου σου το αγέρι μεγαλώνει
και σαν βεντάλια του κρασιού τη φλόγα δυναμώνει.

ΧΙΙ 188. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ



Εἴ σὲ φιλῶν ἀδικῶ καὶ τοῦτο δοκεῖς ὕβριν εἶναι,
τὴν αὐτὴν κόλασιν καὶ σὺ φίλει με λαβών.

Αν τα φιλιά μου έγκλημα είναι και αδικία
με τα φιλιά σου δώσε μου την ίδια τιμωρία.

XII 227. ΣΤΡΑΤΩΝΟΣ



Ἤν τινα καὶ παριδεῖν ἐθέλω καλὸν ἀντισυναντῶν,
βαιὸν ὅσον παραβὰς εὐθὺ μεταστρέφομαι.

Όποιον ωραίο συναντώ, μπροστά αν δεν τον χορτάσω,
πίσω γυρνάω να τον δω, αφού τον προσπεράσω.

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

XII 232. ΣΚΥΘΗΝΟΥ


Λύχνος με τη μορφή ιθυφαλλικού Πάνα, 1ος αι. μ.Χ.

Ὀρθὸν νῦν ἕστηκας, ἀνώνυμον,οὐδὲ μαραίνῃ,
ἐντέτασαι δ’ ὡς ἂν μήποτε παυσόμενον ·
ἀλλ’ ὅτε μοι Νεμεσηνὸς ὅλον παρέκλινεν ἑαυτὸν
πάντα διδούς, ἃ θέλω, νεκρὸν ἀπεκρέμασο.
τείνεο καὶ ῥήσσου καὶ δάκρυε · πάντα ματαίως ·
οὐχ ἕξεις ἔλεον χειρὸς ἀφ’ ἡμετέρης.

Τώρα, στητό κι αμάραντο είσαι και σηκωμένο -
σαν είχα τον Νεμεσηνό κρεμόσουν μαραμένο.
Τεντώσου τώρα, δάκρυσε, χτυπήσου: όλα ματαίως.
Δε θα σου δείξει η χούφτα μου κανένα έλεος, πέος !

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

XVI 145. ΑΓΝΩΣΤΟΥ


Aimé Jules Dalou-Bacchus and Ariadne

Οὐ βροτὸς ὁ γλύπτης· οἵαν
δὲ σὲ Βάκχος ἐραστὰς εἶδεν
ὑπὲρ πέτρας ἔξεσε κεκλιμέναν.

(Σε άγαλμα της Αριάδνης)

Αθάνατος ο γλύπτης σου - όπως σε είδε ο Βάκχος
σε σκάλισε να σε γλεντά επάνω του ένας βράχος...

XVI 168. ΑΓΝΩΣΤΟΥ


Venus of Knidos

Γυμνὴν εἶδε Πάρις μέ, καὶ Ἀγχίσης, καὶ Ἄδωνις.
τοὺς τρεῖς οἶδα μόνους. Πραξιτέλης δὲ πόθεν;

(στο άγαλμα της Αφροδίτης της Κνίδου)

Πάρις, Αγχίσης κι Άδωνις : γυμνή δεν μ’ είδε άλλος.
Ο Πραξιτέλης από πού μου μάντεψε το κάλλος;...

XVI 180 . ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΥ


Titian-Aphrodite Anadyomene

(Εἰς τὴν Ἀφροδίτην ἀνερχομένην ἀπὸ θαλάσσης)

Κύπρις ὅτε σταλάουσα κόμας ἁλιμυρέος ἀφροῦ
γυμνὴ πορφυρέου κύματος ἐξανέδυ,
οὕτω που κατὰ λευκὰ παρήϊα χερσὶν ἑλοῦσα
βόστρυχον, Αἰγαίην ἐξεπίεζεν ἅλα,
στέρνα μόνον φαίνουσα, τὰ καὶ θέμις · εἰ δὲ τοιήδε
κείνη, συγχείσθω θυμὸς Ἐνυαλίου.

(Στην αναδυόμενη από τη θάλασσα Αφροδίτη)

Με τα μαλλιά σταλάζοντας αφρό αλμυρό ανεδύθη

μες από κύμα πορφυρό γυμνή η Αφροδίτη.

Πλάι σε μάγουλα λευκά το βόστρυχο εκράτη

να στείψει με τα χέρια της του Αιγαίου το αλάτι

τα στήθη μόνο δείχνοντας, όσο η ντροπή επιτρέπει.

Αν ήταν έτσι η θεά, φουρτούνα του Άρη πρέπει.

XVI 210. ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ


Eros-William Bouguereu

Ἄλσος δ’ ὡς ἱκόμεσθα βαθύσκιον,εὕρομεν ἒνδον
πορφυρέοις μήλοισιν ἐοικότα παῖδα Κυθήρης.
οὐδ ἔχεν ἰοδόκον φαρέτρην,οὐ καμπύλα τόξα ·
ἀλλὰ τὰ μὲν δένδρεσσιν ὑπ’ εὐπετάλοισι κρέμαντο,
αὐτὸς δ’ ἐν καλύκεσσι ῥόδων πεπεδημένος ὕπνῳ
εὗδεν μειδιόων· ξουθαὶ δ’ ἐφύπερθε μέλισσαι
κηροχύτου μέλιτος λαροῖς ἐπὶ χείλεσι ῥαῖνον.


Είδαμε μες στου άλσους τον ίσκιο
της Κυθέρειας το γιο, μήλο ίδιο.

Βέλη, τόξα, φαρέτρα αφημένα

σ’ ανθισμένα κλαδιά κρεμασμένα.

Μες σε πέταλα ρόδων που ζούσε

κοιμισμένος ο Έρως γελούσε.

Χύναν μέλισσες μέλι από επάνου
τα ευώδη του χείλη να ράνουν.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

XVI 388. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΑΠΟ ΥΠΑΡΧΩΝ



Στέφος πλέκων ποθ’ , εὗρον
ἐν τοῖς ῥόδοις Ἔρωτα ·
καὶ τῶν πτερῶν κατασχών,
ἐβάπτισ’ εἰς τὸν οἶνον.
λαβὼν δ’ ἔπιον αὐτόν.
καὶ νῦν ἔσω μελῶν μου
πτεροῖσι γαργαλίζει.


Παλιά, πριν από τόσα χρόνια,
στων ρόδων που έπλεκα τα κλώνια
μπλεγμένο μέσα στο στεφάνι
τον Έρωτα το χέρι πιάνει
και τον βαπτίζω μες στον οίνο.
Αφού τον βούτηξα, τον πίνω.
Και τώρα εντός μου που έχει πάει,
με τα φτερά με γαργαλάει.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

1. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 22



ἐγὼ δ’ ἔσοπτρον εἴην,
ὅπως ἀεὶ βλέπῃς με.
ἐγὼ χιτὼν γενοίμην,
ὅπως ἀεὶ φορῇς με.
ὕδωρ θέλω γενέσθαι,
ὅπως σὲ χρῶτα λούσω·
μύρον, γύναι, γενοίμην,
ὅπως ἐγὼ σ’ ἀλείψω.
καὶ ταινίη δὲ μασθῷ
καὶ μάργαρον τραχήλῳ
καὶ σάνδαλον γενοίμην·
μόνον ποσίν πάτει με.

Καθρέφτης σου να ήμουνα, εμένα να κοιτούσες
χιτώνας να γινόμουνα, πάντα να με φορούσες.

Νεράκι για να έτρεχα, το δέρμα σου να πλύνω

και μύρο, για να μ’ αλειφτείς, θα μπόραγα να γίνω.

Στηθόδεσμος στο στήθος σου, στολίδι στο κεφάλι,

τα πόδια σου να με πατούν, ας ήμουν και σανδάλι.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2010

2. ΑΝΑΚΡΕΩΝ, 35


Jean-Léon Gérôme, Anacreon

Ἔρως ποτ’ ἐν ῥόδοισι
κοιμωμένην μέλιτταν
οὐκ εἶδεν, ἀλλ’ ἐτρώθη.
τὸν δάκτυλον παταχθεὶς
τᾶς χειρὸς ὠλόλυξε,
δραμὼν δὲ καὶ πετασθεὶς
πρὸς τὴν καλὴν Κυθήρην
«ὄλωλα, μῆτερ», εἶπεν,
«ὄλωλα κἀποθνῄσκω·
ὄφις μ’ ἔτυψε μικρὸς
πτερωτός, ὅν καλοῦσιν
μέλιτταν οἱ γεωργοί.»
ἃ δ’ εἶπεν· « εἰ τὸ κέντρον
πονεῖς τὸ τᾶς μελίττας,
πόσον δοκεῖς πονοῦσιν,
Ἔρως, ὅσους σύ βάλλεις;»


Ο έρωτας που κάποτε στα ρόδα είχε πάει
μια μέλισσα δεν πρόσεξε κι εκείνη τον τσιμπάει.

Το δάχτυλό του πόνεσε, οδύρεται και κλαίει

στη μάνα του Κυθέρεια πετάει και της λέει:

«Μάνα μου, πάει…, χάνομαι, με τσίμπησε, μανούλα

φίδι μικρό και φτερωτό - το λένε μελισσούλα.»

Κι εκείνη του ’πε: «αν το κεντρί της μέλισσας πονάει,

το βέλος σου πόσο πονεί, αυτόν που αγαπάει;…»

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

3. ΑΝΑΚΡΕΩΝ (Στοβ. 4,51,12)



πολιοὶ μὲν ἡμῖν ἤδη
κρόταφοι κάρη τε λευκόν,
χαρίεσσα δ’ οὐκὲτ’ ἥβη
πάρα, γηραλέοι δ’ ὀδόντες,
γλυκεροῦ δ’ οὐκέτι πολλὸς
βιότου χρόνος λέλειπται·

διὰ ταῦτ’ ἀνασταλύζω
θαμὰ Τάρταρον δεδοικώς·
Ἀίδεω γάρ ἐστι δεινὸς
μυχός, ἀργαλῆ δ’ ἐς αὐτὸν
κάτοδος· καὶ γὰρ ἑτοῖμον
καταβάντι μὴ ἀναβῆναι.


Η κόμη μου ασπρίζει
οι κρόταφοί μου, γκρίζοι.

Τα νιάτα μαραμένα,

τα δόντια σαπισμένα.

Λίγος καιρός μου μένει

ζωή γλυκιά, χαμένη.


Γι’ αυτό συχνά στενάζω

με τους νεκρούς τρομάζω.

Φρικτό το βάθος του Άδη,

απύθμενο πηγάδι.

Εκεί όποιος εχάθη

εδώ δε θα ξανάρθει.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

4. ΣΑΠΦΩ



Δέδυκε μὲν ἁ Σελάνα καὶ Πληιάδες,
μέσαι δὲ νύκτες, παρὰ δ’ ἔρχεται ὥρα,
ἐγὼ δὲ μόνα καθεύδω.

Η σελήνη έχει δύσει και η Πούλια έχει λειώσει -
τα μεσάνυχτα με βρίσκουν μόνη εγώ να ’χω ξαπλώσει.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2010

5. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 5W



ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται, ἥν παρὰ θάμνῳ,
ἔντος ἀμώμητον, κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ’ ἐξεσάωσα· τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.


Ο Σάιος θ’ αγάλλεται που ’βρε κοντά σε θάμνο
την όμορφη ασπίδα μου, που κι αν δε θέλω χάνω.

Μα αν τη ζωή μου έσωσα, η ασπίδα τι με νοιάζει;…

Μιαν άλλη, όχι κατώτερη, θα βρω - δε με πειράζει.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

6. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 31W. ΣΥΝΕΣ. 11. 75b



ἡ δὲ οἱ κόμη
ὤμους κατεσκίαζε καὶ μετάφρενα.

Και στη σκιά που έριχνε η κόμη
ήτανε και η πλάτη της κι οι ώμοι.

7. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 42 W. ΑΘΗΝ. Ι΄ 447 b



ὥσπερ αὐλῶι βρῦτον ἢ Θρέιξ ἀνὴρ
ἢ Φρὺξ ἔμυζε · κύβδα ἦν πονεομένη.


Κι όπως με το καλάμι του ρουφά ο άντρας μπίρα
με το κεφάλι της σκυφτό, ρούφαγε η κακομοίρα.

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

8. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 48W.



Ἐσμυριχμένας κόμην
καὶ στῆθος, ὡς ἄν καὶ γέρων ἠράσσατο.

Τα μυρωμένα της μαλλιά, τα ευωδιαστά της στήθη,
ως κι ένα γέρο πλάνταξαν κι ο πόθος του ανεστήθη.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

9. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ 196 a W. (42-53)



παρθένον δ’ ἐν ἄνθεσιν
τηλεθάεσσι λαβὼν
ἔκλινα, μαλθακῆι δὲ μιν
χλαίνηι καλύψας, αὐχὲν’ ἀγκάληις ἔχων,
δείματι παλλομένην
τὼς ὥστε νεβρὸν ἐκ φυγῆς
μαζῶν τε χερσὶν ἠπίως ἐφηψάμην,
ἧιπερ ἔφηνε νέον
ἥβης ἐπήλυσις χρόα ·
ἅπαν τε σῶμα καλὸν ἀμφαφώμενος
λευκὸν ἀφῆκα μένος
ξανθῆς ἐπιψαύων τριχός.


Μες στων ανθών τον οργασμό ξάπλωσα την παρθένα
στη χλαίνη μου τη μαλακή με μέλη βυθισμένα..
Με φόβο στην αγκάλη μου σύγκορμη σπαρταρούσε
σαν ελαφάκι σε φυγή που κάποιος κυνηγούσε.
Τα χέρια μου που αγγίξανε το στήθος το απαλό της
νιώσαν στο άγουρο κορμί την έφοδο της νιότης.
Κι αφού το σώμα γεύτηκα απ’ την αρχή ως το τέρμα
πάνω στις τρίχες τις ξανθές ξεθύμανε άσπρο σπέρμα.

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2010

10. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 122W.



Χρημάτων ἄελπτον οὐδὲν ἐστιν οὐδ' ἀπώμοτον
οὐδὲ θαυμάσιον, ἐπειδὴ Ζεὺς πατὴρ Ὀλυμπίων
ἐκ μεσαμβρίης ἔθηκε νύκτ’ ἀποκρύψας φάος
ἡλίου λάμποντος· λυγρὸν δ' ἦλθ’ ἐπ’ ἀνθρώπους δέος.
Ἐκ δὲ τοῦ καὶ πιστὰ πάντα κἀπίελπτα γίγνεται
ἀνδράσιν· μηδεὶς ἔθ' ὑμέων εἰσορέων θαυμαζέτω,
μηδ’ ἐάν δελφῖσι θῆρες ἀνταμείψωνται νομὸν
ἐνάλιον καὶ σφιν θαλάσσης ἠχέεντα κύματα
φίλτερ' ἠπείρου γένηται, τοῖσι δ’ ὑλέειν ὄρος.

Ανέλπιστο και θαυμαστό τίποτε δεν υπάρχει
αφού ο Δίας ο θεός που τους Ολύμπιους άρχει
μεσημεριάτικα έφερε νύχτα σ’ όλους τους τόπους -
το φως του ήλιου κρύβοντας, τρόμαξε τους ανθρώπους.
Και από τότε τίποτε απίστευτο δε μοιάζει
ούτ’ αν το αγρίμι την τροφή με το δελφίνι αλλάζει
κι αγαπητό της θάλασσας, σ’ αυτό, το κύμα αν γίνει
κι αν αγαπήσει του βουνού τα δέντρα το δελφίνι.

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

11. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ, 188W



οὐκὲθ’ ὁμῶς θάλλεις ἁπαλὸν χρόα, κάρφεται γὰρ ἤδη
ὄγμοις, κακοῦ δὲ γήραος καθαιρεῖ
πήματα, ἀφ’ ἱμερτοῦ δὲ θορών γλυκὺς ἵμερος προσώπου
βέβηκεν · ἦ γὰρ πολλὰ δὴ σ’ ἐπῆιξεν
πνεύματα χειμερίων ἀνέμων μάλα πολλάκις δέ...[


Το δέρμα σου το απαλό πώς ζάρωσε , εμαράθη,
κι η γλύκα του προσώπου σου πού πήγε κι επικράνθη...
Στ’ αλήθεια χειμωνιάτικοι άνεμοι σε χτυπήσαν.
Πολλές φορές...[το ποίημα εδώ οι αιώνες σταματήσαν.]

12. ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ (ΝΟΘΟ) , 328 W



Ἴσος κιναίδου καὶ κακῆς πόρνης ὁ νοῦς
χαίρουσιν ἄμφω λαμβάνοντες κέρματα
κινούμενοί τε καὶ διατρυπώμενοι
βινούμενοί τε καὶ διεσπεκλωμένοι
γομφούμενοί τε καὶ διασφηνώμενοι
χορδούμενοί τε καί κατασποδούμενοι.
Ἀμφοῖν δ’ ὀχευτὴς οὐκ ἀπέχρησέν ποθ’ εἷς,
ἀλλ’ αἰὲν ἄλλο κἂλλο λασταύρων ὅλον
εἰδῆνον ἐκροφοῦντες ἥδονται πέος,
πειρώμενοί τε μειζόνων καὶ πασσόνων
νεύρων, κυβιστώντων τε διφώντων θ’ ὁμοῦ
ἅπαντα τἄνδον σύν τε δηιούντων βαθὺ
δεινοῦ βερέθρου χάσμα, καὶ διαμπερὲς
μέσου προκοπτόντων παράχρις ὀμφαλοῦ.
τοιγὰρ καπρῶσα μαχλὰς ἄρδην ἐρρέτω
πασχητιώντων εὐρυπρώκτων σὺν γένει·
ἡμῖν δὲ Μουσῶν καὶ βίου σαόφρονος
μέλοι φρέαρ τε, τοῦτο γιγνώσκουσ’ , ὅτι
ἥδ’ ἐστὶ τέρψις, ἥδ’ ἀκίβδηλος χαρά,
ἥδ’ ἡδονὴ πέφυκε, μὴ συνειδέναι
αἰσχρᾶι ποθ’ ἡδυνθεῖσιν αὑτοῖς ἡδονῆι.


Το ίδιο έχουνε μυαλό ο πούστης και η πόρνη:
κι οι δύο χαίρονται σαφώς αν κάποιος τους πληρώνει...
κουνιούνται για να πηδηχτούν,τρυπιούνται, καβαλιούνται,
καρφώνονται, ξεσκίζονται και διαρκώς γαμιούνται.
Τον ίδιο να ’χουνε γαμιά, το φέρουνε βαρέως
κάθε φορά επιθυμούν νά ’βρουν κι έν’ άλλο πέος.
Να δοκιμάζουνε καυλιά παχιά και πιο μεγάλα
που μέσα τους να χώνονται, στη φοβερή κουφάλα...
αλύπητα να τους τρυπούν, αυτό πώς τους αρέσει
και από μέσα ως του αφαλού να φτάνουνε τη μέση.
Να πάνε οι ξεκωλιάρηδες κι οι πόρνες στα κομμάτια!
Στις Μούσες μόνο να ’χουμε εμείς στραμμένα μάτια ·
εκεί είναι η γνήσια χαρά, η απόλαυση κι η τέρψη
σε ηδονές αισχρές κανείς την προσοχή μη στρέψει.

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

13. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, ΑΠΟΣΠ. 380 PFEIFFER



για τον Αρχίλοχο

εἵλκυσε δὲ δριμύν τε χόλον κυνὸς ὀξύ τε κέντρον
σφηκός, ἀπ’ ἀμφοτέρων δ’ ἰὸν ἔχει στόματος.

Πήρε απ’ το σκύλο τη χολή και το κεντρί απ’ τη σφήκα-
τα δυο τους δηλητήριο στο στόμα του τα βρήκα.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

14. ΑΛΚΜΑΝ, 89



εὕδουσι δ’ ὀρέων κορυφαί τε καὶ φάραγγες
πρώονές τε καὶ χαράδραι
φῦλα τ’ ἑρπὲτ’ ὅσα τρέφει μέλαινα γαῖα
θῆρες τ’ ὀρεσκῷοι καὶ γένος μελισσᾶν
καὶ κνώδαλ’ ἐν βένθεσσι πορφυρέας ἁλός·
εὕδουσι δ’ οἰωνῶν φῦλα τανυπτερύγων.

Φαράγγια, λόφοι και βουνά, χαράδρες, δες, κοιμούνται
και τα ερπετά της μαύρης γης καθόλου δεν κουνιούνται.
Των μελισσών το γένος δες, στον ύπνο που εγλυκάθη,
τα κήτη μες στης θάλασσας της σκοτεινής τα βάθη,
των μακροφτέρουγων πουλιών το σμήνος που εβουβάθη.